Ανταμ Τουζ στην «Κ»: Παντελώς ακατανόητη και ολέθρια η αδράνεια της Δύσης

4
Ανταμ-Τουζ-στην-«Κ»:-Παντελώς-ακατανόητη-και-ολέθρια-η-αδράνεια-της-Δύσης

Yπέρ της έκδοσης «κορωνο-ομολόγων» τάσσεται αναφανδόν ο Ανταμ Τουζ, καθηγητής Ιστορίας και διευθυντής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου στο πανεπιστήμιο του Columbia στη Νέα Υόρκη.

Η πανδημία του κορωνοϊού είναι μία πρωτοφανής κρίση, που θα κλονίσει την εμπιστοσύνη πολλών στην ανθεκτικότητα των δυτικών θεσμών, σύμφωνα με τον Ανταμ Τουζ, καθηγητή Ιστορίας και διευθυντή του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου στο πανεπιστήμιο του Columbia στη Νέα Υόρκη. 

«Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι με το οποίο μπορούμε να το συγκρίνουμε», λέει στην «Κ» ο Βρετανός ιστορικός. «Ο αντίκτυπος στην ανεργία θα μας θυμίσει το Μεγάλο Κραχ. Ο φόβος στις χρηματαγορές θυμίζει το 2008.

Η κατάσταση παρομοιάζεται με οικονομίες σε καιρό πολέμου – αλλά σε αντίθεση με έναν πόλεμο, ο στόχος είναι η αναστολή των δραστηριοτήτων, όχι η μαζική κινητοποίηση. Ισως οι καλύτερες αναλογίες να είναι στιγμές κατά τις οποίες οικονομίες σταμάτησαν να λειτουργούν, όπως η σοβιετική μετά το 1989 ή η Γερμανία το 1945. Αυτό που κάνει την τρέχουσα κρίση εντελώς διαφορετική είναι η πλήρης αναστολή λειτουργίας του τομέα των υπηρεσιών, η οποία βασίζεται σε διαπροσωπική επαφή, που σήμερα αποτελεί υγειονομική απειλή».

Πώς κρίνει την αντίδραση των Ευρωπαίων μέχρι στιγμής; Η Ευρώπη «έπρεπε να σπεύσει να στηρίξει την Ιταλία, να αναγνωρίσει ότι πρόκειται για μία πανευρωπαϊκή πρόκληση και να υιοθετήσει μία κοινή πολιτική ελέγχου της επιδημίας που δεν θα στιγμάτιζε τους Ιταλούς, αλλά θα τους τοποθετούσε στην πρώτη γραμμή μιας κοινής μάχης. Δεν το έκανε αυτό».

«Κάποιος να εκτελεστεί!»

Είναι ιδιαίτερα καυστικός απέναντι στην αρχική γερμανική πολιτική απαγόρευσης εξαγωγών μασκών και άλλων ειδών προστασίας («κάποιον πρέπει να εκτελέσουν γι’ αυτό στο Βερολίνο!») και απέναντι στην αρχική δήλωση της Κριστίν Λαγκάρντ ότι η ΕΚΤ δεν θα παρέμβει για τη συγκράτηση των spreads («αδιανόητη αποτυχία κατανόησης της σημασίας των λέξεών της»). Παραδέχεται, ωστόσο, ότι η Λαγκάρντ έδειξε «κότσια» στη συνέχεια, ωθώντας την κεντρική τράπεζα σε ένα νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, χωρίς όρια στα ποσοστά του χρέους κρατών που μπορεί να αγοράσει.

Ο Τουζ τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της έκδοσης «κορωνο-ομολόγων». «Είναι μια ιστορική ευκαιρία για να δείξει η Ευρώπη την αξία της προς τους πολίτες της», λέει. Οι εννέα ηγέτες που συνυπέγραψαν την επιστολή προς τον Σαρλ Μισέλ υπέρ της κοινής έκδοσης χρέους «κατανοούν τη σημασία αυτής της συγκυρίας. Το Βερολίνο θα πρέπει να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα με τη στάση του απέναντι στο θέμα αυτό». Στην πράξη, οι παρεμβάσεις του ESM και της ΕΚΤ «πιθανότατα να επαρκέσουν για την αποφυγή μιας νέας κρίσης κρατικού χρέους», εκτιμά. Παρ’ όλ’ αυτά, «αν ο επιμερισμός του κινδύνου δεν είναι εφικτός σε αυτήν την κρίση, μάλλον δεν θα είναι εφικτός ποτέ. Και αυτό οδηγεί στο ερώτημα: τι νόημα έχει η Ευρωζώνη;». 

Ο καθηγητής του Columbia χαρακτηρίζει «ιστορικά σημαντικό» το γεγονός ότι το αμερικανικό πακέτο τόνωσης της οικονομίας έσπασε κατά πολύ το φράγμα του 1 τρισ. δολ., φτάνοντας τα 2 τρισ. (το πακέτο τόνωσης της κυβέρνησης Ομπάμα τον Φεβρουάριο του 2009 κυμάνθηκε λίγο κάτω από τα 800 δισ. δολάρια). Προειδοποιεί, όμως, ότι «δεν θα είναι αρκετό» για τη διαχείριση της επερχόμενης οικονομικής συντριβής, «εκτός αν φανούμε εκπληκτικά τυχεροί». Τα 2 τρισ. δολάρια «αποτελούν το 40% ενός τριμήνου του αμερικανικού ΑΕΠ», σημειώνει. «Για να αρκέσουν πρέπει η ανάκαμψη να ξεκινήσει από το β΄ τρίμηνο του 2020· δεν είναι καθόλου πιθανό αυτό. Οι αριθμοί της ανεργίας που θα δούμε θα είναι εξωπραγματικοί. Αυτήν την εβδομάδα ώς και 3 εκατομμύρια άτομα ενδέχεται να εγγραφούν στους καταλόγους των ανέργων [σ.σ.: ο αριθμός έφτασε τα 3,3 εκατομμύρια]. Το πρόβλημα, σε μία τόσο άνιση κοινωνία όπως η αμερικανική, είναι ότι η μεγάλη πλειονότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων είναι εξαιρετικά ευάλωτη. Μόνο το πιο εύπορο 10-20% του πληθυσμού μπορεί και αποταμιεύει. Το φτωχότερο 50% των νοικοκυριών δεν έχει καθόλου αποθέματα, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων μπορεί να αντέξει το πολύ έναν μήνα χωρίς έσοδα. Θα αφήσει πληγές αυτή η κρίση, θα προκαλέσει αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν “υστέρηση” [hysteresis], μόνιμη ζημιά στην παραγωγή· είναι φαντασίωση ότι μπορεί η οικονομία απλά να ανακάμψει ταχέως. Για τον περιορισμό της βλάβης, θα χρειαστούν περισσότερα δημοσιονομικά μέτρα».

Πώς κρίνει τη στάση του προέδρου Τραμπ, που αρχικά υποτίμησε τον ιό, ύστερα έδειξε να παίρνει σοβαρά το μέγεθος της κρίσης αλλά την περασμένη εβδομάδα έθετε το Καθολικό Πάσχα (12 Απριλίου) ως ιδανική στιγμή για τη λήξη συναγερμού; «Βλέπουμε μία θεαματική επίδειξη του ανορθολογισμού ενός θεμελιωδώς ασταθούς πολιτικού οράματος», απαντά. «Οι μεταπτώσεις μεταξύ της ανάγκης για δράση κατά του ιού και της συνειδητοποίησης του οικονομικού κόστους αυτής της δράσης οδηγούν, φοβάμαι, στον χειρότερο δυνατό συνδυασμό: σφοδρές οικονομικές συνέπειες και χάος στο σύστημα υγείας, με πολύ υψηλό αριθμό θανάτων». Κι όμως, σε πρόσφατη δημοσκόπηση του Gallup, το 60% των Αμερικανών επιδοκιμάζει τους χειρισμούς του απέναντι στην πανδημία. «Ισως επειδή η συμπεριφορά του αντανακλά τη σχιζοφρένεια που βιώνουν οι πολλοί στις ΗΠΑ, μεταξύ του φόβου του ιού και της ανάγκης να συνεχίσουν τη ζωή τους. Αντί να καταπιέσει τα ένστικτά του βάσει των εισηγήσεων των ειδικών, ο Τραμπ τα εκφράζει σε πραγματικό χρόνο και σε δημόσια θέα. Και αυτό πιθανότατα θα συμβάλει στην επιδείνωση της κατάστασης».

Η περίπτωση της Κίνας

Η διαχείριση της επιδημίας από την Κίνα, από την άλλη, «αναδεικνύει τόσο τα προτερήματα όσο και τις αδυναμίες» του καθεστώτος, σημειώνει. «Η αδυναμία φάνηκε από την αρχική προσπάθεια καταπίεσης της κακής είδησης και της φίμωσης των γιατρών που σήμαιναν τον συναγερμό. Η ισχύς φάνηκε από τον τρόπο που επέβαλλε, αρκετά νωρίς, την απαγόρευση κυκλοφορίας, αρχικά στη Γουχάν και μετά σε ολόκληρη την επαρχία Χουμπέι και στην υπόλοιπη χώρα, ώστε να μειώσει το R0 [τον αριθμό των ατόμων στους οποίους ο κάθε φορέας του ιού τον μεταδίδει] κάτω από το 1 και μετά να στραφεί σε πολιτικές διαχείρισης της επιδημίας σε συνθήκες λειτουργίας της οικονομίας». Ο Τουζ, επιπλέον, θεωρεί ότι μετά τη –σύντομη– αρχική περίοδο απόπειρας απόκρυψης, οι Κινέζοι δημοσιοποίησαν με μεγάλη ταχύτητα τα δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους, ενώ υπενθυμίζει ότι η αμερικανική κυβέρνηση πέρυσι απέσυρε από την Κίνα τον επιστήμονα του CDC που αποτελούσε την επαφή με τις αντίστοιχες κινεζικές αρχές.

Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει, τονίζει, είναι «ότι η Δύση παρακολουθούσε την Κίνα να μάχεται κατά του ιού τον Φεβρουάριο και υπέθεσε ότι το πρόβλημα δεν θα έφτανε ποτέ σε εμάς». Ο Τουζ δεν θεωρεί ότι ο παράγοντας που εξηγεί την επιτυχία κάποιων χωρών έναντι άλλων στην καταστολή της επιδημίας είναι η ύπαρξη ή μη δημοκρατικών θεσμών, ούτε η ροπή προς τον κολεκτιβισμό αντί του ατομισμού. «Η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα, που διαχειρίστηκαν επιτυχώς την κρίση, είναι ζωντανές δημοκρατίες, και οι πολίτες τους δεν ανταποκρίνονται σε στερεότυπα περί ασιατικού κολεκτιβισμού. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν πόσο πιο εξελιγμένες ήταν σε αυτές τις χώρες οι κρατικές υποδομές, οι τεχνολογικές δυνατότητες και το επίπεδο έρευνας και ανάπτυξης. Πρόκειται για μέρη όπου ακούν τους ειδικούς και τους επιστήμονες. Με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν προκαλεί έκπληξη ότι κατάφεραν να τιθασεύσουν τον ιό. Εμείς στη Δύση, αντιθέτως, έχουμε αποδυναμώσει τις κρατικές μας υποδομές, αγνοήσαμε τις προειδοποιήσεις των ειδικών και μείναμε προσκολλημένοι στο business as usual έως ότου ήταν πια αργά, και τώρα αντιμετωπίζουμε την προοπτική μιας καταστροφής – ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα είναι τόσο δραματικές οι επιπτώσεις που θα αμφισβητηθεί θεμελιωδώς η αξιοπιστία του συστήματος».

ΠΗΓΗ: