Οι μπασκετικές μου «καψούρες»

5
Οι-μπασκετικές-μου-«καψούρες»

Σούπερ προσφορά* στα Virtual Sports | *Ισχύουν όροι & προϋποθέσεις

Λοιπόν να ξεκινήσω με τα βασικά. Τι κάνουμε αυτές τις δύσκολες μέρες; Ναι, πολύ σωστά. Μένουμε σπίτι. Περνάμε περισσότερο χρόνο με τα αγαπημένα μας πρόσωπα και φυσικά έχουμε μπόλικο ελεύθερο χρόνο τον οποίο προσπαθούμε να «γεμίσουμε» και να αξιοποιήσουμε με διάφορους τρόπους. Προσωπικά, εκτός φυσικά από το Netflix και κάποια βιβλία (μην τα ξενάτε ποτέ!) περνάω κάμποση ώρα στο youtube για να παρακολουθήσω παλιούς αγώνες (σε όλα τα αθλήματα) όπως επίσης και τα highlights διαφόρων παικτών.

Πολύ περισσότερο των δύο αγαπημένων μου. Ντράζεν Πέτροβιτς και Ρέτζι Μίλερ. Και κάπου εδώ, σταματάω να είμαι αντικειμενικός… Οι εν λόγω παίκτες αποτελούσαν πάντα τις μπασκετικές μου «καψούρες». Προσέξτε: Δεν λέω ότι ήταν οι «greatests of all times» μιας και έχει γίνει της μόδας ο εν λόγω χαρακτηρισμός, αλλά οι παίκτες που γούσταρα να παρακολουθώ και εξακολουθώ να παρακολουθώ μέσα από τα αμέτρητα βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.

Ο Ντράζεν ήταν εκείνος που με έκανε να λατρέψω το μπάσκετ. Απλούστατα ήταν ο πρώτος που είδα να αγωνίζεται δια ζώσης στον τελικό του 1985 στο νεόκτιστο -τότε- ΣΕΦ. Λόγω κάποιων οικογενειακών φίλων είχαμε προσκλήσεις για το πρώτο μπασκετικό event στο φαληρικό παλέ και έτυχε να βρεθώ ως πιτσιρικάς 8 χρονών στον τελικό του κυπέλλου πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης. Τσιμπόνα εναντίον Ρεάλ Μαδρίτης. Ομολογώ ότι μπαίνοντας στο γήπεδο δεν γνώριζα κανέναν παίκτη. Απλά είχαμε πάει οικογενειακά να παρακολουθήσουμε μπάσκετ. Μέχρι τότε δεν είχα καμία ουσιαστική επαφή με το άθλημα. Μόνο στο ΟΑΚΑ με είχαν πάει και πιο συγκεκριμένα σε παιχνίδια του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού (κάπως έτσι λάτρεψα τον Σαραβάκο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία και θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή για τα ποδοσφαιρικά μας πρότυπα).

Μέχρι τότε, είχε τύχη να δω στην κρατική τηλεόραση έναν Γκάλη, έναν Γιαννάκη, έναν Φασούλα, έναν Κορωναίο, έναν Κοκολάκη, έναν Γκέκο, ενώ είχα εντυπωσιαστεί από μερικά στιγμιότυπα των Λέικερς των Μάτζικ Τζόνσον, Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ, όπως επίσης και των Σίξερς με τον Τζούλιους Έρβινγκ και τον Μόουζες Μαλόουν. Για Ρεάλ και Τσιμπόνα, χαμπάρι! Τίποτα! Κακά τα ψέματα, αλλά εκείνη την εποχή το ποδόσφαιρο έκλεβε τη μερίδα του λέοντος στην τηλεόραση…

Όμως από τον Απρίλιο του 1985 και μετά έμελλε να αγαπήσω την πορτοκαλί μπάλα. Και αυτό λόγω του Ντράζεν. Μάλιστα ακόμα θυμάμαι την ατάκα μου «αυτός με το 10 είναι καλός…» Ε, 36 πόντους είχε πετύχει και είχε οδηγήσει την Τσιμπόνα (που στην τελική δεν ήταν και το φαβορί, ασχέτως εάν δεν το γνώριζα τότε) στην κατάκτηση του τροπαίου. Αυτό ήταν. Στη συνέχεια αποτέλεσε την μπασκετική μου «καψούρα» σε όποια ομάδα και αν αγωνιζόταν. Μπορεί να είχαμε τον τεράστιο Νίκο Γκάλη, μπορεί να ήταν εκείνος που άλλαξε τον ρου του ελληνικού μπάσκετ, αλλά μέσα στο μυαλό μου, πάντα ήταν -και πάντα θα είναι- πρώτος ο αείμνηστος Πέτροβιτς.

Πολλές φορές έχω έρθει σε αντιπαράθεση όσον αφορά τον κορυφαίο Ευρωπαίο μπασκετμπολίστα όλων των εποχών. Αν και σέβομαι απεριόριστα τον Ντιρκ Νοβίτσκι για όλα όσα πετύχει στην καριέρα του, αν και ο Άρβιντας Σαμπόνις ήταν μια κατηγορία μόνος του, αν και ο Νίκος Γκάλης έκανε απίστευτα πράγματα όντας ο καλύτερος Ευρωπαίος σκόρερ, στα δικά μου μάτια, ο καλύτερος και πιο ολοκληρωμένος Ευρωπαίος μπασκετμπολίστας θα είναι πάντα ο Ντράζεν Πέτροβιτς. Σας είπα. Δεν είμαι αντικειμενικός στο συγκεκριμένο. Βέβαια καθένας μπορεί να έχει τη δική του άποψη και είναι άκρως σεβαστή.

Με τα «αν» δεν γράφεται ιστορία, αλλά θεωρώ ότι και στη σημερινή εποχή θα έκανε… πλάκα. Εδώ ανάγκασε κοτζάμ Μάικλ Τζόρνταν (παρεμπιπτόντως αυτός είναι ο G.O.A.T., μακράν του δεύτερου) να υποκλιθεί στο μεγαλείο του. Πάντα λάτρευα να τον παρακολουθώ να παίζει και εξακολουθώ να νιώθω το ίδιο μέσα από τα highlights του. Είχε αυτήν την… μπασκετική «αλητεία» μέσα του. Δεν ήξερες και δεν μπορούσε να προβλέψεις ποτέ την επόμενη κίνησή του. Δεν είχε τυχαία το παρατσούκλι ο «γιος του διαβόλου» (σ.σ. ναι ξέρω την ατάκα του ίδιου που έλεγε «αν είμαι ο γιος του διαβόλου, τότε ο Γκάλης είναι ο ίδιος ο διάβολος).

Πραγματικά ζηλεύω όλους τους συναδέλφους που είχαν την τύχη να καλύψουν την καριέρα του (σ.σ. εγώ ξεκίνησα τη δημοσιογραφία δύο χρόνια μετά τον θάνατό του) και ειδικά τον Βασίλη Σκουντή που είχε εξασφαλίσει την τελευταία του συνέντευξη. Ποιος ξεχνάει το πρωτοσέλιδο στο θρυλικό «Τρίποντο» με τίτλο «θα καταβροχθίσουμε του τίτλους» με αφορμή την επικείμενη συμφωνία του με τον Παναθηναϊκό το καλοκαίρι του 1993. Και η ειρωνεία; Το τεύχος είχε δημοσιευτεί ανήμερα του θανάτου του…

Μπορεί να είχε πει ότι «είμαστε κοντά» αλλά σε άλλη συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει ο Ζέλικο Παβλίσεβιτς πριν από μερικά χρόνια, είχε πει επί λέξη: «Η αλήθεια είναι ότι είχαμε συμφωνήσει στα πάντα με τον Ντράζεν. Είχε αποφασίσει να έρθει στον Παναθηναϊκό. Μάλιστα ήμουν με τον κ. Παύλο Γιαννακόπουλο όταν μιλούσα στο τηλέφωνο μαζί του και μου επιβεβαίωνε ότι θα έρθει για να υπογράψει… Τον Πέτροβιτς τον ήξερα καλά και με ήξερε καλά. Απλά διαμεσολάβησα για επέλθει η συμφωνία. Δυστυχώς, όμως, συνέβη το τροχαίο… Πάντως θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι μεγάλο με τον Ντράζεν στην ομάδα. Θα είχαμε πολλές πιθανότητες για να τα καταφέρουμε μαζί με τον Γκάλη… Ποτέ δεν ξέρεις τι θα μπορούσε να συμβεί, αλλά θα είχαμε πολλές πιθανότητες!»

Και μάλιστα τη συμφωνία μου την είχε επιβεβαιώσει και ο καλός του φίλος Στόγιαν Βράνκοβιτς σε μια άλλη συνέντευξη: «Ναι, είχε συμφωνήσει. Μου είχε πει ότι θα ερχόταν στον Παναθηναϊκό». Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να τον δούμε στα δικά μας λημέρια. Και είναι αυτό που λένε: «Πόσο διαφορετικά θα μπορούσε να είχε γραφτεί η ιστορία». Ε, τώρα που τα θυμήθηκα και τα έγραψα, η σημερινή μέρα θα έχει… μπόλικα highlights του αείμνηστου Κροάτη.

Παράλληλα με τον Ντράζεν, υπήρχε και ένας ακόμη παίκτης τον οποίο ήθελα να βλέπω και να ξαναβλέπω. Μπορεί μεγαλώνοντας να συμπαθούσα τους Λος Άντζελες Λέικερς του showtime από τα μέσα μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80 (Μάτζικ Τζόνσον ήταν αυτός) αλλά για τον λόγω του ότι έχω μεγάλη αδυναμία σε παίκτες-σουτέρ, έφτασα στο σημείο να λατρέψω τον Ρέτζι Μίλερ. Ούτε και με εκείνον μπορώ να είμαι αντικειμενικός. Άλλωστε δεν είναι λίγες οι φορές που τσακώνομαι όταν γίνεται σύγκριση μεταξύ Ρέι Άλεν και Ρέτζι. Δεν λέω, μέγιστος «χεράς» ο «Ray-Ray» αλλά σαν τον «Νοσφεράτου», κανείς.

Κάπως έτσι ξεκίνησε φυσικά και η συμπάθειά μου για τους Ιντιάνα Πέισερς. Λόγω του Ρέτζι Μίλερ. Τώρα θα μου πείτε, από ποιον άλλον θα μπορούσε να ξεκινήσει; Από τον Βερν Φλέμινγκ ή από τον Τσακ Πέρσον; Σωστό και αυτό. Πάντως θεωρώ ότι ο Ρέτζι δεν πήρε ποτέ τα credits που ενδεχομένως να δικαιούνταν. Μην ξεχνάμε ότι είχε οδηγήσει μια ομάδα μόνος του στους τελικούς του 2000, αλλά τότε ατύχησε να βρει μπροστά του, τους πυρηνικούς Σακίλ (ειδικά αυτόν) και Κόμπι. Καληνύχτα και καλή τύχη που λένε. Εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα.

Όμως και ο Ρέτζι είχε την μπασκετική «αλητεία» μέσα του. Ξεχνάει κανείς την κόντρα του με τον Σπάικ Λι και το αλήστου μνήμης «Choke» στο «Madison Square Garden;» ή μήπως τους 8 πόντους του σε διάστημα 9 δευτερολέπτων στη σειρά με τους Νικς το 1995; Ή μήπως το τρίποντο κόντρα στους Μπουλς στους τελικούς της Ανατολικής Περιφέρειας το 1998 με αποτέλεσμα οι Πέισερς να κάνουν το 2-2 στη σειρά. Ασχέτως αν αποκλείστηκαν στη συνέχεια. Βέβαια επειδή ήταν και αρκετά προκλητικός κάποιες φορές, έφτανε στο σημείο να την πατήσει. Υπενθυμίζω το ματς στο Σικάγο το 1994 όταν με τρίποντο στα 0.8” είχε δώσει προβάδισμα στην Ιντιάνα με 95-93 και έκανε μια βαθιά υπόκλιση στο κοινό των Μπουλς. Διάστημα… αρκετό για τον Κούκοτς να απαντήσει με το τρίποντο της νίκης.

Και μιας και μιλάω για τις δύο «μπασκετικές καψούρες» μου, στέκομαι και στην μεταξύ τους αναμέτρηση φέρνοντας στο μυαλό το παιχνίδι τον Ιανουάριο του 1993.Οι Νετς του Ντράζεν (20π.) είχαν νικήσει τους Πέισερς του Ρέτζι (24π.) με 100-97 και στις ατάκες τους μετά το τέλος: «Μου είπε τρεις φορές μέσα στο ματς τι θα κάνει στην επόμενη φάση για να τον σταματήσω. Και πράγματι. Έκανε αυτά που είπε, αλλά δεν μπόρεσα να τον σταματήσω. Σκόραρε και τις τρεις φορές! Είναι από τους καλύτερους σουτέρ που έχω δει. Έχει γρήγορο realease. Και νόμιζα ότι το είχα εγώ. Δεν τον συμπαθώ, αλλά τον σέβομαι» ήταν το σχόλιο του Μίλερ, ενώ ο Πέτροβιτς είχε πει: «Του έβαζα επίτηδες το χέρι μπροστά στο πρόσωπό του. Όμως τζίφος. Συνέχιζε να σκοράρει…»

Στην τελική, αυτά που είναι που μένουν στο τέλος. Και είμαι πολύ χαρούμενος που μπόρεσα και τα έζησα. Κάποια από… μεγάλη απόσταση, κάποια άλλα από κοντά.

Λοιπόν, σειρά σας: Ποιες ειναι οι δικές σας «μπασκετικές καψούρες;»

ΥΓ: Μένουμε σπίτι! 

ΠΗΓΗ: