Πανδημία είναι, θα περάσει

1
Πανδημία-είναι,-θα-περάσει

Υπήρχε κάποτε ένα βιβλίο που έφερε τον τίτλο «Ταξίδι στο δωμάτιό μου» (εκδ. Εκκρεμές) του Ξαβιέ ντε Μεστρ, στο οποίο, εντέχνως, ο συγγραφέας εξερευνούσε και ανακάλυπτε έναν χαμένο κόσμο μέσα στον πιο προσωπικό του, και εντελώς δεδομένο, χώρο. Θέλοντας και μη, αυτό καλούμαστε να κάνουμε τώρα, στην εποχή της πανδημίας. Ο κορωνοϊός αναδεικνύει τη γύμνια μας: το 1919 πέθαναν εκατομμύρια από την ισπανική γρίπη – αλλά τότε δεν υπήρχαν αντιβιοτικά. Σήμερα; Σήμερα καλούμαστε να θυμηθούμε πως, παρά τα επιτεύγματά μας, παραμένουμε εύθραυστοι, ευάλωτοι. Από την άλλη, σήμερα, παρά την απομόνωση στα σπίτια μας, έχουμε και τη διαφυγή του Διαδικτύου. Ετσι, οι συντάκτες της «Κ» μοιράζονται με τους αναγνώστες τις δικές τους προτιμήσεις και αδυναμίες στο πλαίσιο αυτού του καταναγκαστικού εγκλεισμού. Προτείνουν και υπενθυμίζουν αυτό που πολύ εύκολα ξεχνάμε όταν όλα είναι (ή υποτίθεται ότι είναι) κανονικά: πως υπάρχει ένας απέραντος κόσμος ακόμη και εντός των τειχών, άκρως συναρπαστικός και ανεξερεύνητος. Και υπομονή. Μια ίωση είναι, θα περάσει.


ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Βουτιά» σε ένα χαρτοβασίλειο ετών

Και έρχεται η στιγμή που αυτό που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν θείο δώρο, είναι, τώρα, μια υποχρεωτική συνθήκη. Ο ελεύθερος χρόνος στο σπίτι, ιδίως για κάποιον που μένει μόνος, είναι ελευθερία και βάρος μαζί. Αγωνίζομαι να το δω ως ευκαιρία και ως δυνατότητα και ομολογώ ότι καθώς όφειλα να βρω ψυχικές διεξόδους από τις μονοθεματικές πλέον αναρτήσεις στο Facebook, χάρηκα που ξετρύπωσα, πίσω από μια στίβα αδιάβαστα βιβλία, το «Εγκλημα στο Κολωνάκι» του Γιάννη Μαρή. Σίγουρα είναι από τα καλύτερά του, αλλά ίσως (αναρωτήθηκα) και να ήταν μια δική μου ανάγκη να ζήσω για λίγο με εκείνον τον ανέφελο κόσμο, η αιτία που αφέθηκα στο πήγαιν’-έλα των ηρώων του στο αθηναϊκό κέντρο του 1953… Ξανάπιασα λοιπόν τη λογοτεχνία «απόδρασης» έστω και γιατί ο Γιάννης Μαρής ήταν κρυμμένος (άγνωστο πώς) πίσω από αδιάβαστα δοκίμια και ιστορικά βιβλία, που ήθελαν συγκέντρωση και μολύβι και σημειώσεις. Αλλά μαζί με τη σιγή αυτού του καθησυχαστικού κλωβού, ένιωθα πως ο ελεύθερος χρόνος που ζητούσε γέμισμα με έσπρωχνε σε αυτό που η «παλιά» καθημερινότητα με απέτρεπε. Αναρωτιόμουν; Αποδελτιώνει κανείς σήμερα παλιές εφημερίδες και περιοδικά; Εγώ, σίγουρα. Γράφει κανείς στο χέρι; Αρχειοθετεί αναλογικές φωτογραφίες, αποκόμματα, καρτ ποστάλ, κάθε λογής εφήμερα σε ντοσιέ και κουτιά; Γνωρίζοντας πως η εργασία αυτή, καλώς εχόντων των πραγμάτων, και με σειρά πανδημιών τις επόμενες δεκαετίες, θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σε έναν αιώνα, αντλούσα (αντλώ) χαρά και ικανοποίηση από την καταγραφή και ταξινόμηση κάθε τεκμηρίου, από το χαρτοβασίλειο ετών. Ο Γιάννης Μαρής περίμενε πεταμένος στον καναπέ, αλλά ήδη είχα εντοπίσει δυο-τρεις Σιμενόν από τη μαύρη σειρά της Αγρας που ζητούσαν την προσοχή μου.


ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Σπουδαίες πένες, έξοχες εκφωνήσεις

Συχνά τις τελευταίες εβδομάδες ξυπνάω μέσα στη νύχτα και πιάνω το κινητό μου, αναζητώντας σαν εθισμένη στη φρίκη την ακόμη χειρότερη είδηση, τον πιο διογκωμένο απολογισμό νεκρών, την πλέον απαισιόδοξη αποτίμηση για την εξέλιξη του κορωνοϊού. Είναι αυτό το μαζοχιστικό σύνδρομο της 11ης Σεπτεμβρίου, των πυρκαγιών στην Ηλεία και στο Μάτι, του Μπατακλάν, που σε ρουφάει σαν μαύρη τρύπα και δεν μπορείς παρά να το τροφοδοτείς με περισσότερο τρόμο για να εξοικειωθείς με την ιδέα του. Σταδιακά όμως αναπτύσσω αντισώματα. Ετσι, αντί να περιδιαβώ τα ειδησεογραφικά νεκροτομεία, βάζω κι ακούω τα –δωρεάν– πόντκαστ του New Yorker. Εκεί βρίσκω συγγραφείς οπως ο Ορχάν Παμούκ, ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, ο Ντέιβιντ Σεντάρις ή η Μάργκαρετ Ατγουντ να επιλέγουν και να διαβάζουν διηγήματα ή ποιήματα άλλων συναδέλφων τους από το αρχείο του περιοδικού και στη συνέχεια να εξηγούν τι ήταν αυτό που τους παρακίνησε να ξεχωρίσουν το συγκεκριμένο. Οι συγγραφείς βάζουν «την καλή τους φωνή» και διαβάζουν Πλαθ, Σίλα Χέτι, Μουρακάμι, Σαμ Σέπαρντ, Πρίμο Λέβι ή Μπόρχες. Πολλά κομμάτια δεν είναι ακριβώς παρηγορητικά ή νανουριστικά: είναι άγρια και μακάβρια και δεν θα έπρεπε να με ηρεμούν. Και όμως με παίρνει ο ύπνος πριν ολοκληρωθεί το πόντκαστ. Το επόμενο πρωί θυμάμαι ελάχιστα, αλλά κοιμάμαι ήσυχα. Κάπως σαν να ονειρεύτηκα λίγους στίχους: «Maybe all this/ is happening in some lab?/ Under one lamp by day/ and billions by night?» (Ισως όλο αυτό/ να συμβαίνει σε κάποιο εργαστήριο;/ Υπό το φως μιας λάμπας την ημέρα/ και δισεκατομμυρίων τη νύχτα;), Βισλάβα Σιμπόρσκα (The New Yorker, 1992).


ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

Δωρεάν πρόσβαση σε αριστουργήματα

Τίποτα δεν συγκρίνεται με την απόλαυση της ανάγνωσης ενός φυσικού βιβλίου, το οποίο και μόνον ως αντικείμενο διαθέτει μια ξεχωριστή γοητεία, αλλά, ας πούμε, αν υπάρχει απεριόριστος χρόνος στο σπίτι αυτή την περίοδο, και η βιβλιοθήκη σας έχει εξαντληθεί, ίσως αξίζει μια επίσκεψη στο Project Gutenberg, την αρχαιότερη και μεγαλύτερη «αποθήκη» ελεύθερων, ηλεκτρονικών βιβλίων στον κόσμο – για την ακρίβεια, έχουν ψηφιοποιηθεί 61.550 βιβλία. Μπορείτε να βρείτε σχεδόν οτιδήποτε που, λόγω παλαιότητος, δεν δεσμεύεται με πνευματικά δικαιώματα και να το διαβάσετε εντελώς δωρεάν στον υπολογιστή ή σε άλλες συσκευές σας. Ειδικά αν έχετε αναγνωστικά κενά στους κλασικούς, μπορείτε τώρα να τα καλύψετε. Ισως είναι η ώρα, δηλαδή, να διαβάσετε το «Μόμπι Ντικ» και τον «Οδυσσέα», τις «Μεγάλες προσδοκίες» και το «Περηφάνια και προκατάληψη», τη «Μεταμόρφωση» και τους «Αθλιους». Οι μηχανές αναζήτησης και οι λίστες που θα βρείτε εντός της σελίδας θα σας βοηθήσουν να διαλέξετε, και κυρίως η αναζήτηση ανά γλώσσα, καθώς μπορεί η πλειονότητα των βιβλίων (όπως τα παραπάνω) να διατίθεται στα αγγλικά, ωστόσο υπάρχουν και επιλογές στη γλώσσα μας: πληθώρα αρχαίων κειμένων, από την «Αντιγόνη» μέχρι το «Συμπόσιο», ποιήματα επίσης του Σολωμού, του Κάλβου και του Παλαμά, διηγήματα του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Ροΐδη. Υπάρχουν και λιγοστά μεταφρασμένα κείμενα, πάντως, από εκδόσεις από το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Ξεχωρίζει πιθανόν ο «Αμλετ» του Σαίξπηρ σε μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά (με πολύ ενδιαφέρουσες σημειώσεις και μια εισαγωγή για το «γλωσσικό ζήτημα»), καθώς και ο «Βέρθερος» του Γκαίτε, η «Αννα Καρένινα» του Τολστόι, το «Καλαμιές στον άνεμο» της Γκράτσια Ντελέντα και οι «Ιστορίες αλλόκοτες» του Εντγκαρ Αλαν Πόε.


ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

​​​​​​Με εμβόλιο την κλασική μουσική

Δεν ήμουν φίλος της κλασικής μουσικής, αλλά πέρυσι παράγγειλα στο Amazon το βιβλίο «The Classical Music Lover’s Companion to Orchestral Music» του Βρετανού παραγωγού του BBC Radio 3 και μουσικολόγου Ρομπέρ Φίλιπ. Το παρέλαβα, αλλά το άφησα στη βιβλιοθήκη.

Εδώ και δυο μήνες, πριν από τα έκτακτα μέτρα, ήρθε η ώρα του. Από τα Χριστούγεννα σχεδόν κάθε βράδυ διαβάζω μερικές σελίδες και περνάω αρκετή ώρα στο YouTube ακούγοντας κοντσέρτα. Οταν μου αρέσει ένας ερμηνευτής μαθαίνω περισσότερα γι’ αυτόν. Ετσι γνώρισα τον πιανίστα Βλαντιμίρ Χόροβιτς, τον βιολονίστα Νταβίντ Οϊστραχ, τον διευθυντή ορχήστρας Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ και τον αφοσιωμένο στον Μπαχ σύγχρονο πιανίστα Αντρας Σιφ. 

Αρχισα να υποψιάζομαι τι σημαίνει Μπαχ, Χάιντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Μπραμς, Σούμπερτ και Σοπέν. Ηδη προέκυψε σχεδόν από μόνο του ένα playlist με αγαπημένα έργα. Ακούστε τις «Γαλλικές Σουίτες» του Μπαχ, το Κονσέρτο για βιολί σε ρε μείζονα του Μπετόβεν και εκείνο του Μπραμς (που και τα δύο έχει ερμηνεύσει θαυμάσια ο Λεωνίδας Καβάκος), το Κονσέρτο για κλαρινέτο Κ 622 του Μότσαρτ και τη Σονάτα Νο 2 του Σοπέν από τον Τζόζεφ Χοφμαν. Αρχισα να σχηματίζω άποψη. Ξεχωρίζω, π.χ., τον Χόροβιτζ, αλλά μάλλον συμφωνώ με όσους γράφουν ότι ο Τζόζεφ Χόφμαν ήταν ίσως ο μεγαλύτερος πιανίστας όλων των εποχών.

Εχω δωρεάν πρόσβαση σε μια ανεξάντλητη κλασική δισκοθήκη. Πριν από το Ιντερνετ θα έπρεπε να είχα επενδύσει πολλά χρήματα για να την αποκτήσω. Το σπουδαιότερο είναι ότι η κλασική μουσική επαναφέρει τη σκέψη σε αρμονία, τονώνει την αισιοδοξία και ενισχύει τη δημιουργικότητα. Η επίδρασή της είναι χρήσιμη όταν οι καιροί γίνονται αβέβαιοι. Δεν είναι (μόνο) άσκηση αισθητικής. Είναι πρακτικό εργαλείο.


ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Βιντεοπαιχνίδια, κωμωδία στο YouTube και πάρτι μέσω… Skype



«Το “Dark Souls” έχει τη φήμη ενός από τα δυσκολότερα βιντεοπαιχνίδια, οπότε δεν χωράει αμφιβολία πως ενδείκνυται για περιόδους καραντίνας»

Το σκοτεινό «Dark Souls» απολαμβάνει την περιβόητη φήμη ενός από τα δυσκολότερα βιντεοπαιχνίδια στη σύγχρονη ιστορία, οπότε δεν χωράει αμφιβολία πως ενδείκνυται για περιόδους καραντίνας. Μετά από λίγο όμως, η ζοφερή του ατμόσφαιρα και οι αλλεπάλληλοι τίτλοι που ενημερώνουν τον παίκτη πως έχει πεθάνει αποδεικνύονται αρκετά μακάβριοι, ακόμη και για τους λάτρεις του μαύρου χιούμορ.

Στρέφομαι, εν συνεχεία, προς τα παιχνίδια που αναδεικνύουν τον ηρωισμό εν καιρώ δυστοπίας. Το απολαυστικό «Overwatch» με τα φανταστικά και πολύχρωμα σχέδιά του και το βραβευμένο «Horizon Zero Dawn», που παντρεύει την παλαιολιθική αισθητική με ένα μέλλον όπου έχουν κυριαρχήσει οι μηχανές, είναι επίκαιρες αλλά ταυτόχρονα πιο αισιόδοξες επιλογές. Η ανθρώπινη επαφή μέσω μικροφώνου με άλλους αποχαυνωμένους παίκτες έχει όμως τα όριά της. Καιρός να ανατρέξω στο YouTube για να αναζητήσω λίγο γέλιο. Πλάι στα κανάλια των Αμερικανών κωμικών που λατρεύω –όπως η υπέροχα κυνική Μαρία Μπάμφορντ– ξεχωρίζω τον ταλαντούχο Αλέξανδρο Τσουβέλα. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην ξεκαρδιστεί κανείς με τις μιμήσεις του, κουνώντας παράλληλα συγκαταβατικά το κεφάλι λόγω των στοχευμένων παρατηρήσεών του.

Αργά το βράδυ, μια συνομιλία μέσω Facebook εξελίσσεται απροσδόκητα σε ξέφρενο διαδικτυακό πάρτι. Μια φίλη και εγώ ανταλλάσσουμε αλλεπάλληλα ευφορικά τραγούδια από τη δεκαετία των ’90s για να ξορκίσουμε την ανία. Μέσα σε λίγα λεπτά χορεύουμε μανιακά, τσουγκρίζουμε τις μπίρες μας με την κάμερα, ξενυχτάμε και ας βρισκόμαστε σε απομόνωση.

Το ξημέρωμα της Κυριακής φέρνει μαζί του μια μέρα με εκτυφλωτικό φως. Κατευθύνομαι όπως και οι υπόλοιποι γείτονες εμπρός στο μπαλκόνι, και το πείραμα της αναζήτησης της ευτυχίας σε κάποια οθόνη παγώνει προσωρινά. Παραδέχομαι τελικά τα όρια της τεχνολογίας δεν υπάρχει κανάλι, εφαρμογή ή βιντεοπαιχνίδι που να αναπαράγει τη μυρωδιά του ερχομού της άνοιξης.


ΝΙΚΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

ΠΗΓΗ: