Νίκλας Νατ οκ Νταγκ: Δεν μαθαίνουμε τίποτα από την Ιστορία

4
Νίκλας-Νατ-οκ-Νταγκ:-Δεν-μαθαίνουμε-τίποτα-από-την-Ιστορία

Δεν συμπαθώ την αστυνομική λογοτεχνία. Με εξαίρεση τον μετρ Τζο Νέσμπο, προτιμώ χίλιες φορές να απολαύσω μία καλογυρισμένη αστυνομική ταινία (στον καναπέ μου, στο σινεμά ποτέ), παρά να αφοσιωθώ σε ένα στόρι με λίγο ως πολύ κλασική αρχιτεκτονική. Αλλά όταν πριν από έναν χρόνο διάβασα το «1793: Τότε που βασίλευε η βία» του Σουηδού -με το δύσκολο όνομα- Νίκλας Νατ οκ Νταγκ βρέθηκα στο σύμπαν ενός επί της ουσίας πολυεπίπεδου ιστορικού μυθιστορήματος, γραμμένο με αφοπλιστική δεξιοτεχνία (δομή, χαρακτήρες, ατμόσφαιρα) και φόντο μία ζοφερή εποχή στον ευρωπαϊκό Βορρά του 18ου αιώνα, στα χρόνια μετά τον βασιλιά Γουσταύο τον Γ, για την οποία ελάχιστα γνωρίζουμε εδώ στον Νότο. Τα εύσημα, όπως Καλύτερο Βιβλίο της χρονιάς στη Σουηδία το 2018, Βραβείο της Σουηδικής Ακαδημίας Αστυνομικής Λογοτεχνίας και διεθνές μπεστ σέλερ, έμοιαζαν σχεδόν δευτερεύοντα μπροστά στην ωμή βία, την παράνοια και τις συνωμοσίες της απίθανης αυτής ιστορίας που αφήνει τον αναγνώστη χωρίς ανάσα. 

«… Με το 1793 ο Νίκλας Νατ οκ Νταγκ έκανε το ντεμπούτο του το οποίο στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και πουλήθηκε σε 35 χώρες. Όταν διαβάζει κανείς τώρα το 1794, είναι πάλι μεγάλος ο θαυμασμός για έναν συγγραφέα που καταφέρνει μια γερή γροθιά στα μούτρα μιας κοινωνίας σε σήψη, μιας κοινωνίας υπό κατάρρευση. […] Θα λέγαμε ότι οι παραλληλισμοί με το σήμερα κράζουν και ανακράζουν ασταμάτητα μεσα από τις σελίδες του βιβλίου, θέτοντας όλους τους συναγερμούς μας σε λειτουργία…» επισημαίνει εύστοχα ο μεταφραστής Γρηγόρης Κονδύλης, ο οποίος υπογράφει και την μετάφραση του δεύτερου μέρους της τριλογίας, το βιβλίο με τίτλο «1794: Οι σκοτεινές μέρες της Στοκχόλμης» που κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Μάρτιο (αμφότερα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο). 

Έτσι ακριβώς από τις πρώτες σελίδες, το πρώτο μέρος με τον εύγλωττο τίτλο Από τον τάφο των ζωντανών και τα λόγια του Ισάκ Ρέινχολντ Μπλουμ: «Τον εγκληματία που ’χει δύναμη ποιός να τον φυλακίσει, όταν λέει πως μόνο εκεί ψηλά αυτός απολογιέται – ποιός θα μποδίσει το χέρι του, βία να μην ασκήσει, αν δεν υπάρχει ένας Θεός που κρίνει και γδικιέται;» Μπορεί η περιπλάνηση να κάνει ένα μικρό κύκλο, πέρα από το σκότος της Στοκχόλμης, να περνάει για λίγο από το νησί Σεν Μπαρτελεμί, στις Μικρές Αντίλλες των Δυτικών Ινδιών (τη μοναδική σουηδική αποικία), όμως ούτε εκεί υπάρχει φως, καθώς ο συγγραφέας υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο το δουλεμπόριο που οι συμπολίτες του Σουηδοί επέτρεπαν επειδή άφηνε μεγάλη κέρδη. Κοφτερή γραφή -και θέση απέναντι στο παρελθόν και στην ιστορία- από την αρχή μέχρι το τέλος. 

Ο Νίκλας Νατ οκ Νταγκ απαντά στις ερωτήσεις της HuffPost και μιλά για τον Ουμπέρτο Έκο αλλά και τον Κουέντιν Ταραντίνο, για το πώς αντιδρά στην πιθανότητα τα βιβλία του να μεταφερθούν στον κινηματογράφο, για την επιτυχία και την Ιστορία, αλλά και για το επεισοδιακό ταξίδι του στην Ελλάδα ως παιδί. 

-Ποιοί είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; 

 Άλαν Μουρ, Κόρμακ ΜακΚάρθι, Ντόνα Ταρτ, Χίλαρι Μαντέλ, μεταξύ άλλων πολλών άλλων.

-Είστε γόνος της παλαιότερης αριστοκρατικής οικογένειας της Σουηδίας. Αυτό σημαίνει οικονομική άνεση ή απλά έναν τίτλο και ένα οικόσημο; 

Όπως οι περισσότεροι Σουηδοί αριστοκράτες, έτσι και η δική μου οικογένεια έβαψε τα χέρια της με αίμα (κυριολεκτικά) κατά τη διάρκεια του 30ετούς πολέμου. Η διαφορά είναι ότι εμείς ήμασταν πιο τυχεροί από τους περισσότερους και καταλήξαμε με μια από τις μεγαλύτερες περιουσίες στην ιστορία της Σουηδίας (σ.σ. ο Τριακονταετής Πόλεμος έλαβε χώρα μεταξύ 1618 και 1648 στην κεντρική Ευρώπη, ερημώνοντας μεγάλες περιοχές, σε Γερμανία, Βοημία και Κάτω Χώρες. Τερματίστηκε το 1648 με την Ειρήνη της Βεστφαλίας. Επέφερε την περιστολή της ισχύος των Αψβούργων και την ανάδειξη της Σουηδίας σε μεγάλη δύναμη). Δυστυχώς, ένας ανύπανδρος, εύθυμος και ανεύθυνος πρόγονος μου, κληρονόμησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας γύρω στα 1600, αλλά όταν πέθανε άφησε μόνο χρέη. Του άρεσε το ποτό, τα τυχερά παιχνίδια και ήταν πολύ γενναιόδωρος με τα χρέη φίλων και καλοθελητών. Έκτοτε υποχρεωθήκαμε να διάγουμε βίο λιτό. Ο μοναδικός επίσημος τίτλος μου είναι αυτός του ‘ιππότη’. 

-Σας αρέσουν οι αστυνομικές ταινίες; Οι αγαπημένοι σας σκηνοθέτες; Είδατε τα «Παράσιτα»; 

Δεν έχω δει ακόμη τα «Παράσιτα», αλλά μου άρεσαν οι ταινίες του Μπονγκ Τζουν – Χο «Ο επισκέπτης» και «Μνήμες εγκλημάτων» και είμαι εδώ και χρόνια θαυμαστής του Παρκ Τσαν-Γουκ. Οι πιο αγαπημένες ταινίες μου είναι το «Oldboy» και «Η εκδίκηση μιας κυρίας».

Νομίζω ότι η χρονολογία 1793 οφείλεται εν μέρει στον Κουέντιν Ταραντίνο που ήταν για μένα τεράστιος όταν ήμουν στην εφηβεία μου και τον οποίον αγαπώ ακόμη. Θα προσθέσω και τον Ντέιβιντ Λιντς.

-Θα λέγατε «ναι» σε ενδεχόμενη πρόταση για κινηματογραφική μεταφορά των βιβλίων σας; 

Αν το αποτέλεσμα ήταν καλό, θα το απολάμβανα, στην αντίθετη περίπτωση δεν θα ήμουν ιδιαιτέρως χαρούμενος. Δυστυχώς δεν υπάρχει τρόπος να το μάθει κανείς αυτό παρά μόνο όταν είναι πια αργά. Ωστόσο, θεωρώ ότι θα ήταν δύσκολη μία κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου μου.  Υπάρχουν σημεία αρκετά αιχμηρά, τα οποία κατά τη γνώμη μου κατάφερα να διαχειριστώ συγγραφικά, αλλά εάν κάποιος επέλεγε να τα αποδώσει πιστά σε επίπεδο εικόνας, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι έως και απωθητικό, υπό την έννοια ότι δύσκολα θα μπορούσε να αντέξει όποιος το έβλεπε.

-Έχετε δύο γιους. Πώς αισθάνονται που ο πατέρας τους είναι διάσημος συγγραφέας; Έχουν διαβάσει τα βιβλία σας;

Είναι πολύ μικροί για να μπορούν να διαβάσουν και επίσης, πολύ μικροί για να τους νοιάζει πώς ο πατέρας τους κερδίζει τα προς το ζην.

-Η επιτυχία ήρθε αμέσως. Το πρώτο βιβλίο σας βραβεύθηκε και κυκλοφόρησε σε τριάντα πέντε χώρες. Πόσο άλλαξε η επιτυχία την καθημερινότητα σας; 

Ποτέ δεν περίμενα την επιτυχία. Η μοναδική μου ελπίδα ήταν το πρώτο βιβλίο μου να πάει καλά ώστε να μου επιτρέψει να συνεχίσω να γράφω. Η Σουηδία είναι μια μικρή χώρα και θα ήταν μάλλον απίθανο να καταφέρω να ζω μόνο από τη συγγραφή. Τελικά, κατέστη δυνατό και φυσικά, είναι πολύ μεγάλη υπόθεση το γεγονός ότι είμαι σε θέση να αφιερώνω τις μέρες μου στη συγγραφή, το διάβασμα και τη μελέτη χωρίς περισπασμούς.

-Τελικά, το (ευρωπαϊκό) παρελθόν είναι πιο βίαιο και σκοτεινό από το παρόν; 

Κατά τη γνώμη μου η έκταση της βίας και του ζόφου είναι αυτή που ήταν πάντα, αλλά προσωπικά βρίσκομαι σε προνομιακή θέση και μπορώ να υποκριθώ για το αντίθετο.

-Διαβάζοντας το πρώτο βιβλίο σας, είχα την αίσθηση ότι δεν πρόκειται για ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά για ένα ιστορικό μυθιστόρημα αξιώσεων –καθαρή λογοτεχνία. 

Εμπνεύστηκα από το «Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, η επιρροή του οποίου σε μένα ήταν παρόμοια με αυτό που περιγράφετε. Την πρώτη φορά που το διάβασα, ήμουν αρκετά νέος και αυτό που κυρίως κίνησε το ενδιαφέρον μου ήταν το στοιχείο του θρίλερ -οι παράξενες δολοφονίες σε ένα μεσαιωνικό μοναστήρι. Η δεύτερη φορά ήρθε πολλά χρόνια αργότερα, και τότε  εξεπλάγην από τη δεξιοτεχνία με την οποία ο Έκο συνυφαίνει την πλοκή με ένα αληθινά εκλεπτυσμένο μάθημα Ιστορίας. Κάτι παρόμοιο επιχείρησα να κάνω με το «1793», ώστε οι διαφορετικές διαστάσεις της ιστορίας να συνυπάρχουν χωρίς η μία να παρεμποδίζει την άλλη. Φυσικά, ήταν σαν να στοιχημάτιζα σε διπλή αποτυχία, καθώς το κοινό των αστυνομικών μυθιστορημάτων μπορεί να βαριόταν με τόσα στοιχεία ιστορίας και οι λάτρεις του ιστορικού μυθιστορήματος να απέρριπταν το βιβλίο σκεπτόμενοι ότι πρόκειται για ένα σαχλό αστυνομικό μυθιστόρημα.

-Το πιο σημαντικό μάθημα που παίρνουμε από την Ιστορία (διαβάζοντας, μελετώντας την); 

Προσωπικά, θεωρώ ότι το μόνο που έχουμε μάθει όσον αφορά την Ιστορία είναι ότι δεν μαθαίνουμε τίποτα από την Ιστορία.

-Έχετε επισκεφθεί την Ελλάδα; 

Είχα επισκεφθεί τη Χαλκιδική ως παιδί, με την οικογένεια μου. Θυμάμαι ότι κάναμε ψαροντούφεκο και πήγαμε στο Άγιον Όρος. Στο ταξίδι εκείνο είχα μία από τις πιο σπουδαίες αναγνωστικές εμπειρίες μου. Διάβαζα Τόλκιν, εβδομάδες ολόκληρες και είχα φτάσει στην «Επιστροφή του Βασιλιά». Τη δεκαετία του ’80, οι κίνδυνοι της πολύωρης έκθεσης στον ήλιο δεν είχαν αξιολογηθεί όπως σήμερα και οι γονείς στη Σουηδία ήθελαν τα παιδιά τους να γυρίσουν πίσω μαυρισμένα –εδώ ο ήλιος είναι λιγοστός. Οι γονείς μου δεν αποτελούσαν εξαίρεση. Με άφησαν να διαβάζω στον ήλιο, όπου μετά από κάποιες ώρες που ήμουν ακίνητος με το βιβλίο μου, έπαθα θερμοπληξία. Πέρασα το υπόλοιπο ταξίδι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, κόκκινος σαν τον αστακό, με το δέρμα μου να ξεφλουδίζει.  Και παρά τον υψηλό πυρετό που ανέβασα, ήταν αδύνατο να αφήσω το βιβλίο, το οποίο ήταν πραγματικά συναρπαστικό στο σημείο που είχα φτάσει και στο μυαλό μου πήρε διαστάσεις που μόνο ο Πίτερ Τζάκσον θα μπορούσε να οραματιστεί.

Σουηδία, 1793. Έχει περάσει παραπάνω από ένας χρόνος από τον θάνατο του βασιλιά Γουσταύου Γ΄. Στον απόηχο του θανάτου του, με τους επιγόνους να αλληλοσπαράσσονται για τη διαδοχή, και έντονο τον φόβο πως η Γαλλική Επανάσταση θα εξαπλωθεί στη Σουηδία, η εμπιστοσύνη πλέον σπανίζει, ενώ η παράνοια και οι συνωμοσίες ευδοκιμούν σε κάθε σκοτεινή γωνιά. Ένα ακρωτηριασμένο πτώμα που ανακαλύπτεται στα βρομερά νερά μιας λίμνης στο νησί Σέντερμαλμ είναι τόσο φρικτά παραμορφωμένο που είναι αδύνατο να αναγνωριστεί. Τη ζοφερή αυτή υπόθεση αναλαμβάνει ο φθισικός αστυνόμος Σέσιλ Βίνγκε που δεν θα αργήσει να βυθιστεί σ’ έναν λαβύρινθο σκοτεινών μυστικών και ανείπωτου φόβου στον οποίο όσο προχωρά τόσο κυκλώνει την υψηλή κοινωνία της Στοκχόλμης.

 

1794. Μετά τα γεγονότα της προηγούμενης χρονιάς, ο Ζαν Μίκαελ Καρντέλ αισθάνεται χαμένος. Η έρευνα σχετικά με το ακρωτηριασμένο πτώμα είχε δώσει νόημα στην ύπαρξή του. Τώρα βρίσκεται και πάλι στο πουθενά. Ως τη στιγμή που δέχεται την επίσκεψη μιας γυναίκας: η κόρη της βρέθηκε κατακρεουργημένη την πρώτη νύχτα του γάμου της. Για το έγκλημα κατηγορήθηκε ο σύζυγός της και κλείστηκε στο τρελάδικο. Η μητέρα της νεκρής νύφης ωστόσο δεν πιστεύει ότι αληθεύει αυτή η εκδοχή των γεγονότων και ζητά τη βοήθεια του Καρντέλ. Η εξιχνίαση αυτής της υπόθεσης τον οδηγεί πίσω στην άβυσσο της Στοκχόλμης που θα γνωρίσει τις σκοτεινότερες μέρες της καθώς τα προσωπεία πέφτουν και η λάμψη του παλιού καθεστώτος υποχωρεί μπροστά στον ζόφο που κρύβεται στις γωνιές της.

ΠΗΓΗ: www.huffingtonpost.gr