Κατάθεση ψυχής ενός γενναίου και ηρωικού οπλαρχηγού

1
Κατάθεση-ψυχής-ενός-γενναίου-και-ηρωικού-οπλαρχηγού

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ


«Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!»


Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου


Εκδ. Αγρα

Μπέσα είναι o λόγος, η τιμή, η ακλόνητη αφοσίωση. Εννοια δύσκολη, μη δημοφιλής. Ιδιαίτερα σε τούτους τους ρευστούς καιρούς, του ρίσκου και της ηθικής «ευλυγισίας». Αντίστοιχα παράταιρος και μάταιος –την εποχή του μπλαζέ κυνισμού και της ωμότητας (ως δήθεν αλήθειας)– ο λόγος για ήρωες. Γενναιότητα και ηρωισμός συνιστούν σήμερα έννοιες «αλλεργιογόνες», προκαλούν ανεπιθύμητους κνησμούς, κυρίως στη συνείδηση, κι ως εκ τούτου αποφεύγονται.

Παράλληλα, σε πιο κλειστό, τοπικό επίπεδο, συνεχίζει να είναι δύσκολο και «δύσπεπτο» το να παρουσιάζει κανείς την πραγματικότητα του ’21. Να αναφέρεται δηλαδή ευθαρσώς στις φιλονικίες, τις διενέξεις, τις αντιπαλότητες και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των αγωνιστών. Παραμένει, εν ολίγοις, πρόκληση το να αναδεικνύεις το ανθρώπινο του Aγώνα: τα ταπεινότερα ένστικτά του, το μίσος, την επιβουλή, τη διχόνοια και τα χίλια πρόσωπά της. Λες και πρέπει όλες οι «γωνίες» της εθνεγερσίας να λειανθούν διαμιάς. Λες και υπάρχει επανάσταση ανθρώπινη δίχως διαμάχη εσωτερική.

Η μπέσα, το ηρωικό και το ανθρώπινο συνιστούν τους άξονες γύρω από τους οποίους o Θωμάς Κοροβίνης αναπτύσσει τη σπουδαία μονογραφία του για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Εναν σπουδαίο φανταστικό μονόλογο. Μια de profundis κατάθεση ψυχής ενός γενναίου και ηρωικού οπλαρχηγού. Tου πιο αντισυμβατικού, πολύπλευρου, εκρηκτικού και απρόβλεπτου. Του μόνου απ’ όλους τους ήρωες του ’21 που υπήρξε θύμα βασανιστικής δολοφονίας από τους ομοεθνείς του.

Ο Κοροβίνης, έχοντας εξετάσει ενδελεχώς τις πηγές, τη βιβλιογραφία, την ιστορία, την εποχή και την προσωπικότητα του κατατρεγμένου αγωνιστή, του δίνει φωνή την ύστατη ώρα. Τη στιγμή που στέκεται στο χείλος του γκρεμού, κοιτώντας την άβυσσο. Ιούνιος, 1825. Ο Ανδρούτσος βρίσκεται φυλακισμένος στο οχυρό της Ακρόπολης.

Αιχμάλωτος της κυβέρνησης και του Γιάννη Γκούρα, ενός από τα πρωτοπαλίκαρά του. Είναι βέβαιος ότι θα τον εκτελέσουν και μάλιστα άνανδρα, μουλωχτά, δίχως μπέσα. Εξανδραποδισμένος και προδομένος διαισθάνεται το τέλος να πλησιάζει. Ζει την τραγικότερη στιγμή της ζωής του. Μοιάζει με οργισμένο Βοήθιο, αλλά απόλυτα μόνος και δίχως τη Φιλοσοφία για συντροφιά· αγρίμι που ψυχορραγεί, όχι πράος Σωκράτης πριν πιει το κώνειο. Μετράει τις τελευταίες ώρες του και αποφασίζει να εξομολογηθεί στον εαυτό του και σε εμάς τους αναγνώστες του.

Ο λόγος του είναι εύφλεκτος και χειμαρρώδης. Μιλάει μια γλώσσα ξέφραγη, δονούμενη, εύχυμη. Μια γλώσσα πλούσια και σύμμεικτη, φτιαγμένη από λαϊκά και λόγια στοιχεία, αλλά και δάνεια από την τουρκική, την αλβανική και την ιταλική. Γιατί ο Ανδρούτσος εκτός από οξυδερκής, ήταν πολύγλωσσος και μορφωμένος. Η φωνή του Οδυσσέα ζητάει μόνον το δίκιο, ζητάει «ολίγη μπέσα». Στην ηχώ της, ακούγεται ο ψίθυρος ενός ολόκληρου λαού, μια πλευρά έστω της συνείδησής του.

Η απόδοση είναι δεξιοτεχνική. Μετρημένα και ενίοτε σχεδόν έμμετρα, ο Κοροβίνης συνθέτει βαθμιαία την ψυχογραφία του ήρωα, αποκαλύπτοντας την προσωπικότητά του. Ο Ανδρούτσος ανοίγει την ψυχή του –ανεπούλωτη από τις πληγές– και ξεστομίζει την αλήθεια για όσους τον επιβουλεύονταν, για εκείνους που σε λίγο θα τον δολοφονήσουν, τους πρώην συναγωνιστές του, αλλά και για όσα κατόρθωσε ο ίδιος, καλά ή κακά, αξιοθαύμαστα ή μεμπτά. Η αλήθεια εδώ εξιλεώνει και «σφαγιάζει» ταυτόχρονα. Τραγικά ανήμπορος και οργισμένος, ο Οδυσσέας δεσμώτης μας προσκαλεί να τον ακούσουμε. Στεκόμαστε πλάι του στο κελί. Βιώνουμε το μαρτύριό του. Οδύνη. Είναι μεγάλη μπαμπεσιά αυτό που του συνέβη. Θέλει να το αποδείξει. Να διασώσει την τιμή του, τη στερνή αυτή ώρα. Το πετυχαίνει. Εστω για κάποιους από εμάς, δικαιώνεται. Για την ανθρωπιά, τη γενναιότητα και την μπέσα του.

ΠΗΓΗ: