Ο Κύπριος Μιχάλης Βρυωνίδης γράφει πίνοντας και περπατώντας

6
Ο-Κύπριος-Μιχάλης-Βρυωνίδης-γράφει-πίνοντας-και-περπατώντας

-Μιχάλη, τι δουλειά κάνεις;

-Είμαι ένας ερευνητής ασήμαντων πραγμάτων.

-Μιχάλη, πότε καλοκαιριάζει;

-Δεν ξέρω. Όταν η θερμοκρασία δείχνει 30 βαθμούς ή όταν οι γυναίκες δεν έχουν πλέον ανάγκη το καλσόν;

Αφήγηση Ιστοριών Μικρής Φόρμας και ακατάπαυστο Φλερτ δια της Γραφής

Διάβασα τις «Αστικές και άλλες αδέσποτες Ιστορίες» μες στο αεροπλάνο, στην διάρκεια της πτήσης από την Κύπρο στην Αθήνα. Ένιωσα ότι πίνω ποτό με έναν γοητευτικό άντρα που με ξεναγεί ανορθόδοξα στην γειτονιά του, την πόλη του, που με κερνάει ποτέ-Μιχάλη, δεν πίνω τζιν, δεν πίνω νεγκρίνι, δεν πίνω dry martini- και, επίσης, υπογράμμισα αρκετά σημεία που με εντυπωσίασαν.

Ατάκες που με γοήτευσαν, κυρίως επειδή ανέδιδαν το βέβαιο αίσθημα του ότι γράφτηκαν επειδή έτσι βιώθηκαν, όχι για να αρέσουν.

«Τα υπόλοιπα» τα διάβασα σε μερικές διαδρομές του μετρό, από την Αττική μέχρι το Φιξ και τούμπαλιν. Μάλλον η γραφή του Μιχάλη Βρυωνίδη είναι προορισμένη να αναγιγνώσκεται εν κινήσει.

Δύο συναρπαστικά αναγνώσματαγια τις μικρές χαρές της ζωής

Ο ίδιος τελεί σε συνεχή κίνηση. Κι όταν κάθεται, συνήθως για να πιει ή να φτιάξει ένα ποτό, να παρατηρήσει ένα ζώο ή να χαζέψει μια ανατολή, μια δύση, ξεκινά να γράφει. Πολύ λακωνικά, αποσταγματικά, μελωμένα.

«Περπατώ στην φύση και δεν βλέπω άνθρωπο. Δεν τρομάζω με την πανδημία. Τρομάζω που δεν μπορώ να αναγνωρίσω τα άγρια χρότα».

και

«Πρέπει να μείνουμε ζωντανοί γιατί αγωνιώ να ξαναπιώ από το ποτήρι σου».

Ο Κύπριος συγγραφέας έχει δηλώσει ότι, με το βιβλίο του αυτό, απευθύνεται σε όσες και όσους γνωρίζουν στοιχειώδη ελληνικά και έχουν περάσει τα 17-18 τους χρόνια.

Σε μερικά σημεία, γράφει όπως μιλεί: κυπριακά. Κυρίως στο πρώτο του έργο το έκανε αυτό, αλλά τίμησε τη λαλιά του και στο δεύτερο. Παραθέτω το πιο ωραίο κείμενο του βιβλίου και ένα από τα πιο αξιόλογα πράγματα που έχω διαβάσει για το κρασί:

«Το κρασί εν η βάση μας. Η γένεση.

Εν οι ψίθυροι στο αυτί σου και η γλώσσα η πρόστυχημ που σιχαίνεται ο γλωσσολόγος.

Εν η γη και η βροχή.

Ο ιδρώτας και η αφή.

Εν η κίνηση και το σκαρφάλωμα.

Η άφεση.

Η μόνη τέχνη που μπορείς να πιεις και το μόνο ποίημα που μπορείς να παλαιώσεις»

Μέσα από την γραφή του Βρυωνίδη, δεν γίνονται εύκολα σαφείς οι λογοτεχνικές του καταβολές ως αναγνώστη. Έχει διαβάσει πολύ και έχει ακούσει και πολλή μουσική, αυτό φαίνεται. Κυρίως όμως υφαίνεται έντεχνα και ατόφια η πλήρης υποταγή του στις μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας και στον ηδύ πόνο του να είσαι άνθρωπος και, κάποτε, άντρας.

Ο ίδιος εργάζεται στην εστίαση, είναι από τους πιο καλούς κοκτεϊλάδες του τόπου του-αγαπά και τον καλό καφέ.

Συχνάζει στα αγαπημένα του μπαρ, όπου σιγοπίνει και παρακολουθεί, κάποτε συζητά κιόλας. Θαυμάζει τους γέρους και τα παιδιά. Την φύση. Σε τίποτε δεν υποκλίνεται-αρέσκεται να παρατηρεί με βλέμμα σαν χάδι.

Δεν ξέρεις αν γράφει ποίηση ή πεζό και, μετά το ξεφύλλισμα των πρώτων σελίδων, παύεις και να αναρωτιέσαι.

Ο τρόπος με τον οποίο λέει τα πάντα μέσα σε λίγες λέξεις ή φράσεις είναι, κατά την άποψή μου, αριστουργηματικός και το έργο του Βρυωνίδη θα όφειλε να διδάσκεται σε σεμινάρια γραφής.

Ναι, σχυνά πυκνά, πέφτει θύμα των κλισέ-κι αυτό αρετή είναι, όμως. Γιατί πασχίσαμε να βρούμε χίλιους τρόπους να μιλήσουμε για την Αγάπη, αλλά η ίδια η λέξη, απλή και στιβαρή, ξεπερνά κάθε άλλη που αποπειράται αντισυμβατικά να την περιγράψει.

Για τον Κύπριο συγγραφέα, τα πράγματα πρέπει να λέγονται με το όνομά τους. Έτσι, καταφέρνει να συνθέσει ένα μικρό εγχειρίδιο «καλής ζωής» όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος κι όπως πείθει τον αναγνώστη να την αντιληφθεί χωρίς πιέσεις: ωραίο να ξυπνάς νωρίς, ωραίο να μην κοιμάσαι καθόλου, ωραίο να χαζεύεις τις γόβες στα μπαρ, ωραίο να περπατάς γύρω από έναν αεροδιάδρομο, ωραίο να μελαγχολείς. Ακόμα, ωραίο είναι και να τρως καμιά χυλόπιτα, ειδικά αν η κοπέλα που σε απορρίπτει έχει ένα εξαίσιο, μαύρο μανικιούρ.

«Τα υπόλοιπα» συνιστούν ένα χαρμολυπημένο ρέκβιεμ για το μπαρ και για όλα όσα πάγωσαν με το αναποδογύρισμα των σκαμπό. Είναι και ένα μικρό φιλί πάνω στην άκρη μιας μύτης που κατοικεί σε πρόσωπο μελαγχολικό.

Ο Βρυωνίδης είναι ένα μπον βιβέρ της απλότητας, δεν ακκίζεται με εκλεκτικισμό και υπερβολικές αναλύσεις περί της Ομορφιάς και της Ουσίας.

Κι επειδή έχω την τιμή της προσωπικής γνωριμίας μαζί του, πιστοποιώ ότι όχι απλώς ο τύπος πρώτα τα ζει και μετά τα γράφει, αλλά ότι δεν σταματά στιγμή να ζει, ούτε ακόμα κι όταν γράφει.

Σπάνιο, δύσκολο αυτό. Και το καταφέρνει μια χαρά.

Το βιβλίο “Τα υπόλοιπα” (εκδ. a bookworm publication) μπορείτε να το παραγγείλετε, και να σας αποσταλεί ταχυδρομικώς, μέσω Facebook και Instagram. Σύντομα σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

ΠΗΓΗ: