Οι μεγάλοι άγνωστοι

0
Οι-μεγάλοι-άγνωστοι

«Ακόμα και αν κάποιος με νομίσει, για όλη αυτή την παρέκβαση, φορτικό, εγώ θα ήθελα να μου επιτρέψει να προχωρήσω, και να προσθέσω κάτι για τον εαυτό μου, το οποίο χωρίς αμφιβολία θα εγκωμιάσουν άνθρωποι των γραμμάτων στο μέλλον». Λίγο πριν ξεκινήσει την αυτοβιογραφική αναφορά στο έκτο βιβλίο της «Χρονογραφίας» (εδώ από τις εκδ. Αγρωστις, μτφ. Βρασίδας Καραλής, 1992) ο Μιχαήλ Ψελλός νιώθει σχεδόν την ανάγκη να απολογηθεί στους αναγνώστες του. Βρισκόμαστε στη βυζαντινή επικράτεια του 11ου αιώνα, όπου η αυτοπαρουσίαση, πόσω μάλλον ο αυτοέπαινος, είναι συνώνυμα της αλαζονείας. Το θυμίζει η αναθεωρημένη μονογραφία του Στρατή Παπαϊωάννου «Μιχαήλ Ψελλός – Η ρητορική και ο λογοτέχνης στο Βυζάντιο», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (με τη συνδρομή στη μετάφραση του Αλέξανδρου Αλεξάκη).

Την ίδια στιγμή που ο Μιχαήλ Ψελλός αποδέχεται τις νόρμες μιας εποχής, την ίδια στιγμή τις ξεπερνά. Στη θέση των ηθικών προτύπων που οφείλει να επικαλεστεί χρησιμοποιεί αισθητικά, όπως η «χάρις» και η «αστειότης». Γίνεται και ηθοποιός που υποδύεται τους άλλους, όπως ομολογεί. Μεταμορφώνεται από ρήτορα σε πολιτικό. «Η χάρις ταυτίζεται επιπλέον με το αστείον, μία λέξη που δηλώνει τόσο την καλλιέργεια, ευγένεια, ευαισθησία και λεπτότητα που αποκτά κάποιος που ζει στην πόλη, το άστυ, και μάλιστα στην Κωνσταντινούπολη (σε αντίθεση με την αγροικία των ανθρώπων της υπαίθρου), όσο και τους τρόπους συμπεριφοράς» σημειώνει ο Σ. Παπαϊωάννου.

Με τον τρόπο του ο καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης θυμίζει έναν από τους μεγάλους αγνώστους της ελληνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που έχει de facto θέση υποσημείωσης στη διδακτέα ύλη. «Μια βυζαντινή ψυχή στην οποία συνυπάρχουν σε έναν τόσο εκπληκτικό συνδυασμό τα υψηλότερα πνευματικά χαρίσματα και η απόλυτη μετριότητα χαρακτήρος. …Απαράμιλλος στον λόγο. Δυσάρεστος άνθρωπος» (πάλι ο Σ. Παπαϊωάννου, αυτή τη φορά από το «Βυζάντιο – Ιστορία και πολιτισμός», εκδ. Ηρόδοτος, επιστημονική διεύθυνση Τηλέμαχος Κ. Λουγγής, 2014). Τίτλοι όπως η «Χρονογραφία» του Ψελλού, η «Αλεξιάς» της Αννας Κομνηνής (εκδ. Αγρα, μτφ. Αλόη Σιδέρη, 2005) ή η «Χρονική διήγησις» του Νικήτα Χωνιάτη δεν έχουν αφήσει αποτύπωμα στη γενική παιδεία αντίστοιχο της ιστορικής, πολιτισμικής και γλωσσικής σημασίας τους. «Επαιζα με τη φωτιά, αλλά εν επιγνώσει» γράφει η μεταφράστρια στον πρόλογο της «Αλεξιάδος», της μεροληπτικής καταγραφής για την άνοδο Κομνηνών από την κόρη του Αλεξίου Α’, που τοποθετείται στη χρονική συνέχεια της ψελλικής «Χρονογραφίας». «Μια λέξη, μια φράση από τα προγενέστερα στάδια της γλώσσας μπορεί να ενσωματωθεί σε ένα νεοελληνικό κείμενο μόνο όπως είναι ενσωματωμένοι στις βυζαντινές εκκλησίες σπόνδυλοι από αρχαίους ναούς: υποταγμένοι στο ρυθμό τους.  Υποταγμένοι στο ρυθμό τους.  Ως υλικό που τις εμπλουτίζει, χωρίς όμως ποτέ να αλλοιώνει τη δομή και το ύφος τους».

Αν αξίζει η επισήμανση είναι επειδή υποδεικνύει μια γενικότερη δυστοκία: την ανάγνωση του βυζαντινού πολιτισμού. Πρόκειται για την αναψηλάφηση της περίφημης «απουσίας του Βυζαντίου» από τη δημόσια συζήτηση στον ευρωπαϊκό – και στον ελληνικό – πολιτισμικό χώρο (προβληματική που συμπυκνώνεται πλέον στο «Η αξία του Βυζαντίου» της Averil Cameron, μτφ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκης, 2017). Κανένας δεν ισχυρίζεται ότι η διδακτέα ύλη πρέπει να αποκτήσει ξαφνικά ενότητα για τη βυζαντινή ρητορική ούτε ότι η βυζαντινή ιστορία αποκλείει τους δικούς της «μύθους». Υπάρχουν, ωστόσο, ερωτήματα που παραμένουν ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του λυκειακού κύκλου: Η ένταξη – ή όχι – του Βυζαντίου στο μεσαιωνικό κοσμοείδωλο. Η θεοκρατική ή ανεκτική του διάσταση. Η «ρωμαϊκότητα» και η ελληνικότητα ως συστατικά ενός υβριδικού πολιτισμού. Οι επιβιώσεις της τέχνης στη σύγχρονη δυτική κουλτούρα. Ισως η απάντηση να είναι ίδια όπως για όλα τα μαθήματα: οι διαμεσολαβητές της γνώσης. Ισως και να χρειάζεται η επαναδιατύπωσή τους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

ΠΗΓΗ: