Νεανική βία target=”_blank”

6
Νεανική-βία-target=”-blank”

Ο πρόσφατος άγριος ξυλοδαρμός εργαζόμενου στο μετρό, επανέφερε στο φως της δημοσιότητας μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές παθογένειες των αποκαλούμενων σύγχρονων κοινωνιών: Τη νεανική βία. 

Διαβάστε επίσης:

Βίαιη επίθεση σε εργαζόμενο της ΣΤΑΣΥ από επιβάτες που τους ζήτησε να βάλουν μάσκες

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της ειδεχθούς μορφής εγκληματικότητας είναι ότι εκδηλώνεται με απίστευτη αγριότητα και σε ανύποπτο χρόνο σε βάρος αδυνάμων. Και η αγριότητα με την οποία εκδηλώνεται διασπείρει και καλλιεργεί την αίσθηση του φόβου στις κοινωνικές δομές και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, κυρίως των μεγάλων αστικών κέντρων, όπου η ανωνυμία και η αδυναμία αποτελεσματικής αστυνόμευσης συμβάλλουν στη δημιουργία συνθηκών εκδήλωσης νεανικής βίας. 

Πέραν της εγκληματολογικής όψης του φαινομένου, συνυπάρχει και μία ιδιαιτέρως σημαντική κοινωνιολογική διάσταση, δεδομένου ότι οι αιτίες που συμβάλλουν στην εκδήλωση της νεανικής βίας σχετίζονται με ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών προβλημάτων. Μπορεί οι σύγχρονες κοινωνίες να έχουν πραγματικά επιτύχει μία σημαντική τεχνολογική πρόοδο που αναμφισβήτητα συνέβαλε στη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, ωστόσο υστέρησαν σε μεγάλο βαθμό να αναπτύξουν σε αντίστοιχο βαθμό αποτελεσματικές δομές κοινωνικής πρόνοιας για την αντιμετώπιση της φτώχειας και της ανεργίας που μαστίζουν το δυτικό κόσμο. Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση των ρόλων της οικογένειας και του σχολείου στις νέες δομές της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, συμβάλλουν στην επιδείνωση του προβλήματος. 

Το πρόβλημα λοιπόν της νεανικής βίας και γενικότερα της νεανικής εγκληματικότητας είναι υπαρκτό σε όλες τις κοινωνίες και μάλιστα ακολουθεί αυξητικές τάσεις. Η διαχείριση του φαινομένου δεν μπορεί να περιοριστεί στην κατασταλτική και μόνο αντιμετώπιση του. Η αυστηρή ποινική μεταχείριση της νεανικής βίας πρέπει απαραιτήτως να συνδυαστεί με ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικών και προληπτικών παρεμβάσεων της πολιτείας, με στοχευμένες δράσεις στις οποίες θα συμμετέχουν πρωτίστως οι κοινοτικές και δημοτικές αρχές. 

Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η σύσταση της ειδικής υπηρεσίας στη δημοτική αρχή του Λονδίνου για την αντιμετώπιση της νεανικής βίας (Violence Reduction Unit). Η νέα αυτή υπηρεσία ιδρύθηκε τα τελευταία χρόνια λόγω ακριβώς της εκτεταμένης νεανικής βίας που μαστίζει τη βρετανική κοινωνία. Στελεχώνεται από εκπροσώπους διαφόρων αρμόδιων κοινωνικών φορέων, εκπροσώπους της αστυνομίας αλλά και εκπροσώπους των κοινοτήτων της Λονδρέζικης Κοινωνίας. Αποστολή της είναι ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση των υποκείμενων αιτιών του βίαιου εγκλήματος, δηλαδή των παραγόντων εκείνων που συμβάλλουν στη δημιουργία των συνθηκών εκδήλωσης βίας. 

Πρόκειται για μία ριζικά διαφορετική προσέγγιση αντιμετώπιση της βίας, μία προσέγγιση όπου οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, δημόσια ιδρύματα, κοινωνικοί φορείς και κοινότητες του Λονδίνου συνεργάζονται από κοινού για να βοηθήσουν στη μείωση της βίας, με στοχευμένες παρεμβάσεις και δράσεις. Σημειωτέον ότι αυτή η προσέγγιση υιοθετήθηκε αρχικά το 2005 στη Σκωτία με αισθητά αποτελέσματα μείωσης της βίας και επεκτάθηκε σε όλες τις αστυνομικές διευθύνσεις της Αγγλίας και της Ουαλίας με χρηματοδότηση από το Home Office που ανήλθε τον περασμένο χρόνο στα 35 εκατ. £. (Home Office, «Violence Reduction Unit Interim Guidance», March 2020). 

Η εγκληματικότητα είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο με ποικίλες εκφάνσεις, το οποίο εξελίσσεται ακολουθώντας τις εξελίξεις της ίδιας της κοινωνίας. Η νεανική βία σχετίζεται άμεσα με τα τεράστια κοινωνικά, οικονομικά και αξιακά προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών, ενώ ο σοκαριστικός τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται αναδεικνύει τις τεράστιες συνέπειες στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας και προϊδεάζει αρνητικά για τη μελλοντική της εξέλιξη. Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη διάσταση της νεανικής βίας που πρέπει να προβληματίσει την Πολιτεία, έτσι ώστε να αναλάβει έγκαιρα τις κατάλληλες δράσεις για τον περιορισμό του φαινομένου.-

 

*Ο κ. Ευάγγελος Στεργιούλης είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και ε.α. Υποστράτηγος της Ελληνικής Αστυνομίας. Υπηρέτησε επί σειρά ετών στην έδρα της Europol στη Χάγη και διετέλεσε προϊστάμενος των Εθνικών Υπηρεσιών Interpol και Europol της Ελλάδας. Έχει διδάξει στις Ακαδημίες της Ελληνικής και Κυπριακής Αστυνομίας, καθώς και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

ΠΗΓΗ: