Μπετόβεν με ροκάδικα ντεσιμπέλ από την Κρατική Ορχήστρα

1
Μπετόβεν-με-ροκάδικα-ντεσιμπέλ-από-την-Κρατική-Ορχήστρα

Η Αλεξία Μουζά και ο Γιάννης Καραμπέτσος ήταν σολίστες στο Κοντσέρτο του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, που ερμήνευσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Φωτ. ΘΩΜΑΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Αφιερωμένη στον Μπετόβεν ήταν η συναυλία που πραγματοποίησε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις 8 Αυγούστου στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

Περιλάμβανε την Εισαγωγή από το μπαλέτο «Τα πλάσματα του Προμηθέα» και την Εβδομη Συμφωνία του τιμώμενου συνθέτη, αλλά και το Κοντσέρτο για πιάνο, τρομπέτα και ορχήστρα εγχόρδων αρ. 1 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ωσάν ο Μπετόβεν να μην είχε συνθέσει αρκετά κοντσέρτα (για πιάνο, για βιολί, αλλά και το θαυμάσιο «Τριπλό»).


Σολίστ ήταν η πιανίστρια Αλεξία Μουζά και ο τρομπετίστας Γιάννης Καραμπέτσος, ενώ την ορχήστρα διηύθυνε ο Στέφανος Τσιαλής.

Πρωταγωνίστρια της βραδιάς υπήρξε η ηλεκτρική ενίσχυση. Με αφορμή τις συνθήκες που έχουν επιβληθεί λόγω της πανδημίας, δηλαδή τη μεγαλύτερη απόσταση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των μουσικών, κρίνεται παγίως απαραίτητη η ηλεκτρική ενίσχυση του ήχου. Ωστόσο, παραμένει ασαφές γιατί μια ορχήστρα αποτελούμενη από 41 μουσικούς πρέπει να ενισχυθεί προκειμένου να ακουστεί επαρκώς στο Ηρώδειο.

Υπό άλλες προϋποθέσεις, ο συγκεκριμένος αριθμός μουσικών θα μπορούσε να αποδειχθεί έως και ιδανικός για μια ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία μιας Συμφωνίας του Μπετόβεν.

Δέχεται κανείς τη δικαιολογημένη ανασφάλεια ενός συνόλου με όργανα εποχής, των οποίων ο ήχος έχει περιορισμένη ένταση, εφόσον πρέπει οπωσδήποτε να εμφανιστεί στο Ηρώδειο και όχι σε άλλον, καταλληλότερο χώρο. Ομως, ποιο είναι το σκεπτικό μιας τόσο μεγάλης ενίσχυσης σε μια συμφωνική ορχήστρα με σύγχρονα όργανα; Μιας ενίσχυσης η οποία το λιγότερο υπερδιπλασίαζε την ένταση, ακολουθώντας μια αισθητική του τύπου «τέρμα τα γκάζια» κατάλληλη για άλλους χώρους και άλλα είδη μουσικής; Περιττό να μιλήσει κανείς για ισορροπία ανάμεσα στα όργανα, για αποχρώσεις ή διαβαθμίσεις δυναμικής.

Στο Κοντσέρτο ακόμη και το πιάνο έμοιαζε αδύναμο, ενισχυμένο μεν, αλλά προφανώς ανεπαρκώς σε σχέση με την ορχήστρα, συμπεριλαμβανομένης και της τρομπέτας. Και αυτό, παρά την εξαιρετικά δυναμική ερμηνεία της Αλεξίας Μουζά, η οποία ειδικά στο τέταρτο μέρος υπήρξε τόσο θυελλώδης, ώστε αφενός δυσκόλευε ακόμη περισσότερο τον έτσι κι αλλιώς προβληματικό συγχρονισμό με την ορχήστρα και αφετέρου σκίαζε τη δομή της μουσικής, καθώς η άρθρωση των παραγράφων χανόταν στην υπερβολική ταχύτητα.

Εχουν σημασία οι διαφορετικές παράγραφοι σε ένα έργο που στηρίζεται ακριβώς στον διάλογο και στην αντίθεση εδαφίων με διαφορετικό χαρακτήρα. Στο αργό δεύτερο μέρος εκτιμούσε κανείς πολύ καλύτερα τις ποιότητες του παιξίματός της, τη φροντίδα για διαβαθμίσεις και αποχρώσεις, την έγνοια για τον σχηματισμό της κάθε φράσης και συνεπώς για τη μουσική δραματουργία. Για διάλογο ανάμεσα σε πιάνο και τρομπέτα ούτε λόγος, καθώς η ενίσχυση τοποθετούσε τα δύο όργανα σε διαφορετικό επίπεδο.

Στα έργα του Μπετόβεν, όπου δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ενός συνόλου τουλάχιστον διπλάσιου σε μέγεθος, κυριάρχησε η μέθη της έντασης και της δύναμης –power–, για την οποία η μουσική του συγκεκριμένου συνθέτη προσφέρει τη βάση. Μόνο που η ανάδειξη με φωσφορίζοντα μαρκαδόρο αποκλειστικά αυτών των αρετών εγκυμονεί παρεξηγήσεις.


Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

ΠΗΓΗ: