Κρίστοφερ Γουόκεν

0
Κρίστοφερ-Γουόκεν



Ο Κρίστοφερ Γουόκεν (Christopher Walken) είναι αμερικανός ηθοποιός, με δυνατές ερμηνείες σε μία μεγάλη ποικιλία ρόλων που κέρδισαν κοινό και κριτική. Υποδύθηκε ως επί το πλείστον ψυχολογικά ασταθή άτομα, αν και αυτή η γενίκευση δεν ταιριάζει με το βάθος και το εύρος του υποκριτικού του ταλέντου. Το 1979 τιμήθηκε με το Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για το ρόλο του στην ταινία του Μάικλ Τσίμινο «Ο Ελαφοκυνηγός».

Ο Ρόναλντ Γουόκεν γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου 1943 στη συνοικία Αστόρια της Νέας Υόρκης, όπου ο πατέρας του διατηρούσε αρτοποιείο. Με την ενθάρρυνση της μητέρας του ξεκίνησε μαθήματα χορού και συμμετείχε σε ακροάσεις για παιδικές τηλεοπτικές εκπομπές. Παρακολούθησε μία σχολή παιδικού θεάτρου και ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα ως ηθοποιός από το θέατρο σε ηλικία 16 ετών. Συμμετείχε σε μιούζικαλ, σε παραστάσεις ρεπερτορίου με έργα Σέξπιρ («Άμλετ», «Μάκβεθ», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Κοριολανός», «Με το ίδιο μέτρο») και Τένεσι Ουίλιαμς («Τριαντάφυλλο στο στήθος») και παραστάσεις πειραματικού θεάτρου.

Το 1964 υιοθέτησε το σκηνικό του όνομα Κρίστοφερ Γουόκεν, με το οποίο είναι γνωστός μέχρι σήμερα. To 1969 παντρεύτηκε τη σύντροφό του Τζορτζιάνα Τον, η οποία τα επόμενα χρόνια αναδείχτηκε ως σκηνοθέτιδα διανομής ρόλων (κάστινγκ).

Ο Κρίστοφερ Γουόκεν στον «Ελαφοκυνηγό» (1978)Ο Κρίστοφερ Γουόκεν πήρε τον πρώτο του σημαντικό ρόλο στον κινηματογράφο στο αστυνομικό δράμα του Σίντνεϊ Λούμετ «Η μεγάλη ληστεία της Νέας Υόρκης» («The Anderson Tapes», 1971), δίπλα στον Σον Κόνερι. Στη συνέχεια εμφανίστηκε στην κωμωδία του Πολ Μαζέρσκι «Το κυνήγι της δόξας» («Next Stop, Greenwich Village», 1976), στην ταινία τρόμου του Μάικλ Γουίνερ «Αντίχριστος, ο Άρχοντας του Σκότους» («The Sentinel», 1977) και προσέχθηκε ιδιαίτερα για τον μικρό του ρόλο στην κομεντί του Γούντι Άλεν «Ο νευρικός εραστής» («Annie Hall», 1977).

Η συγκλονιστική απεικόνιση ενός νεαρού εργάτη που καταστρέφεται ψυχολογικά από τη δράση του στον πόλεμο του Βιετνάμ, στο πολεμικό δράμα του Μάικλ Τσιμίνο «Ο Ελαφοκυνηγός» («The Deer Hunter», 1978) του χάρισε το Όσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου το 1979. Τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκε στο φιλόδοξο γουέστερν του ίδιου σκηνοθέτη «Η Πύλη της Δύσεως» («Haven’s Day»), η παταγώδης αποτυχία του οποίου σήμανε ουσιαστικά το τέλος της καριέρας ενός πολλά υποσχόμενου δημιουργού.

Στη συνέχεια, πρωταγωνίστησε ως μισθοφόρος στο πολεμικό δράμα «Τα σκυλιά του πολέμου» («The Dogs of War», 1980) και χόρεψε και τραγούδησε στο μιούζικαλ του Χέρμπερτ Ρος «Ανεπάντεχα δολάρια» («Pennies from Heaven», 1981). Στις επόμενες παρουσίες του στη μεγάλη οθόνη περιλαμβάνονται οι ρόλοι στο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ «The Dead Zone» (1983), στο τζεϊμσμποντικό «Επιχείρηση Κινούμενος Στόχος» («A View to a Kill», 1985), ως «κακός» Μαξ Ζόριν, στη δραμεντί του Ρόμπερτ Ρέντφορντ «Μιλάγκρο, η Γη της σύγκρουσης» («The Milagro Beanfield War», 1988), στη δραμεντί του Μάικ Νίκολς «Τα παιδιά από το Μπιλόξι» («Biloxi Blues», 1988), βασισμένο σε θεατρικό του Νιλ Σάιμον και το αστυνομικό δράμα του καλτ σκηνοθέτη Έιμπελ Φεράρα «Το αφεντικό της Νέας Υόρκης» («King of New York», 1990). Το 1992 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Έμμυ για το ρόλο ενός χήρου που ψάχνει νύφη στην τηλεταινία «Sarah, Plain and Tall» (1991).

Ο Κρίστοφερ Γουόκεν στον «Μύθος του Ακέφαλου Καβαλάρη» (1999)Άλλοι αξιοσημείωτοι ρόλοι του Γουόκεν από τη δεκαετία του ‘90 είναι αυτοί του Μαξ Σρεκ στην ταινία φαντασίας του Τιμ Μπάρτον «Ο Μπάτμαν επιστρέφει» («Batman Returns», 1992), του γκάνγκστερ στο αστυνομικό δράμα του Τόνι Σκοτ «Ιλιγγιώδης Έρωτας» («True Romance», 1993), του λοχαγού Κουνς στο «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο (1994) και του κυρίου Σμιθ στο πολιτικό θρίλερ του Τζον Μπάνταμ «Στην κόψη του χρόνου» («Nick of Time», 1995). Έπαιξε επίσης στην αστυνομική ταινία του Έιμπελ Φεράρα «Πολλοί νεκροί για μια κηδεία» («The Funeral», 1996) και στην ταινία τρόμου του Τιμ Μπάρτον «Ο Μύθος του Ακέφαλου Καβαλάρη» («Sleepy Hollow», 1999).

Το 2001 κέρδισε νέους θαυμαστές με το χορευτικό του στο βίντεο του τραγουδιού του Φατμπόι Σλιμ «Weapon of Choice», που σκονοθέτησε ο Σπάικ Τζόνζι. Το 2003 ήταν υποψήφιος για Όσκαρ για το ρόλο του πατέρα του βιρτουόζου απατεώνα Φραν Αμπανιάλε (στο ρόλο ο Λεονάρντο ντι Κάπριο), στη βιογραφική ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ «Πιάσε με αν μπορείς» («Catch Me If You Can», 2002).

Οι μεταγενέστερες ταινίες του Γουόκεν περιελάμβαναν ρόλους σε μία νέα κινηματογραφική εκδοχή του μιούζικαλ «Hairspray», στη δραμεντί «Νομοταγείς τύποι» («Stand Up Guys», 2012), στη μαύρη κωμωδία «Επτά Ψυχοπαθείς» («Seven Psychopaths», 2012) και στο μιούζικαλ του Κλιντ Ίστγουντ «Jersey Boys» (2014). Την ίδια χρονιά έπαιξε τον Κάπτεν Χουκ στην τηλεταινία «Peter Pan Live!» και δάνεισε τη φωνή του σ’ ένα χαρακτήρα της ταινίας της Ντίσνεΐ «Το βιβλίο της Ζούγκλας» («The Jungle Book», 2016).

Στις πρόσφατες ταινίες του συγκαταλέγονται κυρίως κωμωδίες διαφόρων τύπων, όπως «Μπάσταρδοι» («Father Figures», 2017), «Irreplaceable You» (2018), «The Jesus Rolls» σε σκηνοθεσία Τζον Τορτούρο, «The War with Grandpa» (2020) και «Percy» (2020).

ΠΗΓΗ: