Κλάους Κίνσκι

3
Κλάους-Κίνσκι

Γερμανο-πολωνός ηθοποιός, από τους «καλτ» ηθοποιούς της μεγάλης οθόνης. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τις καθηλωτικές ερμηνείες του στις ταινίες του Βέρνερ Χέρτζογκ.



Κλάους Κίνσκι (1926 – 1991)
Κλάους Κίνσκι (1926 – 1991)

Ο Κλάους Κίνσκι (Klaus Kinski) ήταν γερμανός ηθοποιός, πολωνικής καταγωγής, με καριέρα άνω των 40 ετών στον κινηματογράφο και περί τις 130 ταινίες στο ενεργητικό του. Θεωρείται ένας από τους «καλτ» ηθοποιούς της μεγάλης οθόνης. Έγινε ευρύτερα γνωστός και απέκτησε κύρος ως ηθοποιός από τις καθηλωτικές ερμηνείες του στις ταινίες του συμπατριώτη του σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτζογκ.

O Νικολάους (Κλάους) Γκίντερ Καρλ Νακσίνσκι, όπως ήταν το πλήρες ονοματεπώνυμό του, γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1926 στο Τσόποτ της Ελεύθερης Πόλης του Ντάντσιχ (σημερινό Σόποτ Πολωνίας). Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετία του 1930, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Γερμανία. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε ηλικία 16 ετών στρατολογήθηκε από τη Βέρμαχτ και στην πρώτη μάχη που πήρε μέρος συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Βρετανούς. Το υπόλοιπο του πολέμου το πέρασε έγκλειστος σε βρετανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου απέκτησε τις πρώτες του εμπειρίες ως ηθοποιός σε παραστάσεις που διοργανώνονταν από τους συγκρατουμένους του.

Μετά τον πόλεμο, ο Κλάους Κίνσκι άρχισε να εμφανίζεται σε θεατρικές παραστάσεις και σε χαμηλού προϋπολογισμού γερμανικές ταινίες. Έχτισε σταδιακά τη φήμη του σε ρόλους κακού και του εκκεντρικού εκτός οθόνης. Διακρίθηκε σε μικρούς χαρακτηριστικούς ρόλους στην επική ταινία του Ντέιβιντ Λιν «Δόκτωρ Ζιβάγκο» («Doctor Zhivago», 1965) και σε γουέστερν-σπαγγέτι, συμπεριλαμβανομένης της ταινίας του Σέρτζιο Λεόνε «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» («Per qualche dollaro in più», 1965).

Ο Κλάους Κίνσκι στην ταινία «Αγκίρε, η Μάστιγα του Θεού» (1972)Ευρύτερα αναγνωρίστηκε από τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο ιστορικό δράμα του Βέρνερ Χέρτζογκ «Αγκίρε, η Μάστιγα του Θεού» («Aguirre, der Zorn Gottes», 1972). Στην ταινία αυτή, που γυρίστηκε υπό αντίξοες συνθήκες στα τροπικά δάση της Νότιας Αμερικής, ο Κίνσκι δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, στο οποίο αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο η κινηματογραφική του εικόνα: αυτή ενός εμμονικού, τρομακτικού και συναισθηματικά απρόβλεπτου αντιήρωα. Ο Κίνσκι συνέχισε να καταθέτει τα διαπιστευτήριά του στις ταινίες του Χέρτζογκ «Βόιτσεκ» («Woyzeck», 1979), «Νοσφεράτου: Ο Δράκουλας της Νύχτας» («Nosferatu: Phantom der Nacht», 1979) και «Φιτζκαράλντο: Ο Τυχοδιώκτης του Αμαζονίου» («Fitzcarraldo», 1982), αλλά και στο πολιτικό θρίλερ «Η μικρή τυμπανίστρια» («Little Drummer Girl», 1984), που γύρισε ο Τζορτζ Ρόι Χιλ και είναι βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ.

Ο Κίνσκι ζούσε σ’ ένα κλίμα ηδονισμού και υπερβολών, το οποίο αποτυπώνεται στην αυτοβιογραφία του «Ich bin so wild nach deinem Erdbeermund» («Είμαι πολύ άγριος για το φραουλένιο στόμα σου»), που πρωτοκυκλοφόρησε το 1975 κι επανεκδόθηκε το 1988 ως «Kinski Uncut». Ο ίδιος φαίνεται ότι περιφρονούσε το επάγγελμά του, έχοντας πει κάποτε «Μακάρι να μην ήμουν ποτέ ηθοποιός. Θα προτιμούσα να κάνω πιάτσα και να πουλάω το σώμα μου, παρά να πουλάω τα δάκρυα και το γέλιο μου, τη θλίψη και τη χαρά μου». Απέρριπτε με χαρακτηριστική ευκολία προτάσεις από σπουδαίους σκηνοθέτες (τους χαρακτήριζε «κρετίνους» και «καθάρματα») και προτιμούσε ταινίες που του απέφεραν υψηλή αμοιβή.

Ο Κλάους Κίνσκι, με άστατο βίο και διαρκείς μετακινήσεις, παντρεύτηκε και χώρισε τρεις φορές με συναδέλφισσές του ηθοποιούς. Απέκτησε τρία παιδιά, ένα από κάθε γάμο του, τα οποία ακολούθησαν τα βήματα των γονιών τους. Με τις δυο μεγάλες του κόρες, την Πόλα Κίνσκι (γ. 1952) και την πιο γνωστή Ναστάσια Κίνσκι (γ. 1961), οι σχέσεις του ήταν κακές. Η πρώτη, μάλιστα, τον είχε κατηγορήσει ότι την είχε αποπλανήσει στα παιδικά της χρόνια.

Ο Κλάους Κίνσκι πέθανε στις 23 Νοεμβρίου 1991 από καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στην πόλη Λαγκουνίτας της Καλιφόρνιας, σε ηλικία 65 ετών. Στην κηδεία του παρευρέθηκε μόνο ο μικρός του γιος Νικολάι Κίνσκι (γ. 1976).

ΠΗΓΗ: