Δεν τα ηύρα πια ξανά

3
Δεν-τα-ηύρα-πια-ξανά

Τα επαρχιακά βιβλιοπωλεία, τότε που ήμουν μικρή, δεν είχαν σπουδαία αντανακλαστικά αλλά ούτε και σπουδαίο ένστικτο όσον αφορά τις πρόσφατες εκδόσεις. Ετσι την αναγνωστική μας εκγύμναση την είχε αναλάβει η πολύ ενημερωμένη «Λαϊκή Βιβλιοθήκη Καλαμάτας», μια ψηλοτάβανη αίθουσα με ανεμιστήρα οροφής, ρολόι με εκκρεμές και ανεμόσκαλες γύρω γύρω για να εξυπηρετούν οι δυο βιβλιοθηκάριοι, ο Φώτης και ο Αντώνης, τους πιο γεροπαράξενους των θαμώνων. Ναι, ναι, μάλιστα. Εκτός από εμάς την πιτσιρικαρία, που χανόμασταν μέσα στο δροσερό μισόφωτο για να διαβάσουμε Φυσική ή Νέα Εστία ή Ρίτσο ή το Τρίτο στεφάνι, υπήρχαν κι οι γκουρμέ της υπόθεσης που ζήταγαν βιβλία από τα αζήτητα, ψηλά, από τα σκονισμένα ράφια.

Παραλάμβαναν με γυαλιστερά μάτια το ποθούμενο, φύσαγαν καταπάνω μας φουου, τον μπουχό από το σκληρόδετο εξώφυλλο, κι ένας που θυμάμαι, διάβαζε μεγαλοφώνως, ναι μάλιστα μεγαλοφώνως, κάτι που ήταν γραμμένο σε γερμανική γοτθική γραφή! Κανείς μας δεν διανοήθηκε ποτέ να του φωνάξει «σουτ, ησυχία» γιατί το μονόπρακτο αυτό συνέπαιρνε με μιας όλη την αίθουσα, μακάρι να είχαμε κινητά να το απαθανατίσουμε. Εξω, στη μικρή αυλίτσα της Βιβλιοθήκης, μια θηριώδης γαρδένια με σοκαριστική, παντός καιρού ανθοφορία, παράστεκε το αμήχανο socialising και τους πρώτους πειραματισμούς μας με το τσιγάρο και το φλερτ.

Οταν ήλθαμε στην Αθήνα στραβάδια κανονικά, δεν καταφέραμε να βρούμε άλλο τέτοιο στέκι. Τα σπουδαστήρια των σχολών μας πολύ αφιλόξενα ακόμα και για σπασίκλες που δεν ήμασταν, το Κέντρο Ερευνών πολύ παγερό για κάτι πολύ νότιους που ήμασταν, η Ελληνοαμερικάνικη Ενωση υπερκινητική σαν κινηματογραφικό σετ και το Γαλλικό Ινστιτούτο παραπάνω σνομπ απ’ όσο επιδιώκαμε. Μαςέμεινε έτσι το μικροσκοπικό βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Καραβία επί της Ασκληπιού. «Μόλις τώρα έφυγε ο κύριος Κόλλιας», μας έλεγε ο πωλητής κι εμείς ήταν σα να βλέπουμε την ακρούλα από το παλτό του Νίκου Καββαδία να βγαίνει από την τζαμόπορτα.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά μια από τις προηγούμενες μέρες που χρειάστηκε να κάνω ένα click away σε βιβλιοπωλείο. Πόσο away αλήθεια από όλο αυτό που έχουμε καταχωνιάσει μέσα μας. Χωρίς τη γεύση της σκόνης, χωρίς τη μυρωδιά της γαρδένιας, χωρίς την αλκή της γοτθικής γραφής, χωρίς εκείνο το υπερβατικό κριτς κριτς από την ξύλινη σκαλίτσα που οδηγούσε στα άδυτα του Κάουφμαν. Με ανοσμία, με αγευσία και βαριά κόπωση, έκανα στη μέση του δρόμου σπονδή στ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως, που έτσι εύκολα παραίτησα και που κατόπι με αγωνίαν ήθελα. Η πανδημία ήταν μια πρόφαση, ήταν κι αυτή μια κάποια λύσις, ισχυρίζονται οι ποιητές. Αυτοί όμως έχουν μια εξήγηση για όλα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

ΠΗΓΗ: