Βιγιαφάνιες: «Έτοιμος να παίξω στην Εθνική Ελλάδας»

0
Βιγιαφάνιες:-«Έτοιμος-να-παίξω-στην-Εθνική-Ελλάδας»

Ο Λούκας Βιγιαφάνιες μίλησε στο match programme της αναμέτρησης του Παναθηναϊκού με τον ΠΑΟΚ για τη 2η αγωνιστική των πλέι οφ της Superleague.

Ο Αργεντινός μέσος παραχώρησε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης κι αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο πόσο σημαντική ήταν η παρέμβαση του Γιάννη Αλαφούζου για να επιστρέψει στο τριφύλλι, στην δύσκολη περιπέτεια με τον κορωνοϊό αλλά και στις διαδικασίες για να πάρει το ελληνικό διαβατήριο.

Αναλυτικά όσα είπε:

Ξεκινώντας με την αναμέτρηση κόντρα στον ΠΑΟΚ, πόσο σημαντική είναι ενόψει της προσπάθειας που κάνετε να πάρετε ένα εισιτήριο για τα Κύπελλα Ευρώπης της επόμενης σεζόν;

«Θέλω να πιστεύω ότι θα κάνουμε ένα καλό ματς, θα πάρουμε τη νίκη και στο τέλος θα καταφέρουμε να βγούμε στην Ευρώπη. Οι αγώνες απέναντι στον ΠΑΟΚ είναι πάντοτε δύσκολοι, είναι ντέρμπι. Θεωρώ, όμως, ότι δείχνουμε μια καλή εικόνα μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Τον αγώνα κόντρα στον Αστέρα Τρίπολης θα έπρεπε να τον έχουμε κερδίσει εύκολα. Όμως έτσι είναι το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό είναι και όμορφο. Λάθη δικά μας, τύχη δική τους έφεραν την ισοφάριση. Απέναντι στον ΠΑΟΚ αποδείξαμε και πριν από τρεις εβδομάδες πως έχουμε τον τρόπο να κερδίσουμε».

Ας πάμε αρκετά πίσω στο χρόνο. Πως πήρες την απόφαση να γίνεις ποδοσφαιριστής;

«Από τότε που ξεκίνησα να θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν με μια μπάλα. Εγώ το περιγράφω τώρα αλλά είναι κάτι που μου διηγήθηκε ο πατέρας μου. Στα γενέθλιά μου, μου χάριζαν αυτοκινητάκια και άλλα παιχνίδια που όμως έμεναν στα κουτιά τους. Εγώ ήθελα μόνο μια μπάλα να παίζω όλη μέρα. Έτσι, ξεκίνησα όταν ήμουν τριών χρονών να παίζω σε μια ομάδα. Ποιες εικόνες θα μετέφερες σε κάποιον από τα πρώτα σου βήματα στο ποδόσφαιρο; Είναι κάτι οικογενειακό μας και ταυτόχρονα κάτι παραδοσιακό. Στην Αργεντινή το ποδόσφαιρο είναι το εθνικό μας άθλημα, είναι το πάθος μας. Ίσως ακούγεται άσχημα αλλά ο Αργεντίνος δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο, πέραν του να παίζει ποδόσφαιρο. Ξεκινάμε στα τρία ή στα πέντε μας να παίζουμε ποδόσφαιρο. Από τα δέκα παιδιά που θα ρωτήσει κανείς, τα εννέα θα απαντήσουν ότι θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές».

Πάμε στον Γενάρη του 2016. Ποιο ήταν το story της μετακίνησής σου στον Παναθηναϊκό την πρώτη φορά;

«Εγώ έκανα πολύ καλή δουλειά στον Παναιτωλικό. Μου είχαν μιλήσει τόσο για την ΑΕΚ όσο και για τον ΠΑΟΚ, εκτός του Παναθηναϊκού. Δεν ξέρω γιατί αλλά είχα το προαίσθημα να προχωρήσει η διαδικασία για τον Παναθηναϊκό. Έτσι, τον Ιανουάριο του 2016 μετά την πώληση του Νίκου Καρέλη είχε ανοίξει μία θέση στην ομάδα και εγώ ήμουν υποψήφιος για αυτήν. Παράλληλα, η ΑΕΚ μου είχε ζητήσει να περιμένω πέντε μήνες έως τον Ιούλιο. Πήρα, έτσι, μια απόφαση για την οποία ήμουν πολύ χαρούμενος. Το feeling της οικογένειας και των ανθρώπινων σχέσεων που έχει ο Παναθηναϊκός είναι πολύ δύσκολο να το βρεις σε άλλη ομάδα.»

Αν σου ζητούσα να ξεχωρίσεις μία στιγμή από την πρώτη σου θητεία στον Παναθηναϊκό, ποια θα ήταν αυτή;

«Από εκείνη την περίοδο θυμάμαι ότι όταν είχαμε προ – κριθεί στους ομίλους του Γιουρόπα Λιγκ, είχα κάνει κάποια πολύ καλά παιχνίδια. Ενδεχομένως αυτά να μην τα θυμάται πολύς κόσμος γιατί η ομάδα δεν είχε κερδίσει. Η Ευρώπη είναι δύσκολη. Μιλώ συγκεκρι – μένα για τα τρία πρώτα ματς με Άγιαξ, Θέλτα και Σταντάρ Λιέγης. Υπήρξαν στιγμές που αισθάνθηκα πολύ καλά σε αυτά τα παιχνίδια και ένιωσα ότι έκανα ένα άλμα. Το να πάω στο τουρκικό πρωτάθλημα ήταν σαν να πηγαίνω σε μια λίγκα ένα ή δύο κλικ καλύτερη από το πρωτάθλημα της Ελλάδας. Με αυτόν τον τρόπο ο Παναθηναϊκός εισέπραξε ένα καλό οικονομικό αντάλλαγμα. Ας μην ξεχνάμε ότι τότε η ομάδα βρισκόταν πρωτάθλημα της Ελλάδας. Με αυτόν τον τρόπο ο Παναθηναϊκός εισέπραξε ένα καλό οικονομικό αντάλλαγμα. Ας μην ξεχνάμε ότι τότε η ομάδα βρισκόταν σε ένα πάρα πολύ δύσκολο οικονομικό στάδιο, σε μία πάρα πολύ δύσκολη περίοδο. Έτσι, θεωρήσαμε με τον ατζέντη μου και τους ανθρώπους του Παναθηναϊκού ότι ήταν μια καλή στιγμή για να γίνει αυτή η μεταγραφή. Ποτέ δεν θα έφευγα από αυτήν την ομάδα χωρίς να εξασφαλίσω ότι ο Παναθηναϊκός θα κέρδιζε από την μεταγραφή. Είναι σημαντικό αυτό που λέω γιατί ήξερα ότι κάποια στιγμή ήθελα να επιστρέψω στον Παναθηναϊκό. Ακόμα σκέφτομαι το ίδιο. Ακόμα και αν ξαναφύγω από τον Παναθηναϊκό, θα σκέφτομαι πως κάποια στιγμή θα επιστρέψω».

Στο διάστημα που έλειψες από την ομάδα είχε προσπαθήσει κάποιος άλλος ελληνικός σύλλογος να σε αποκτήσει;

«Η ΑΕΚ είχε προσπαθήσει πάλι να με αποκτήσει, ενώ είχαν υπάρξει και συζητήσεις με τον ΠΑΟΚ. Καμία, όμως, από αυτές τις επαφές δεν τελεσφόρησε».

Πόσο καθοριστική ήταν η παρέμβαση του κ. Αλαφούζου στην επιστροφή σου στον Παναθηναϊκό;

«Η παρέμβαση του κ. Αλαφούζου ήταν εξαιρετικά σημαντική. Κάποια στιγμή εγώ έπρεπε να πάρω μία απόφαση για τη ζωή μου. Τότε μίλησα με τον κ. Αλαφούζο και μου εξήγησε πως ήθελε να βασιστεί στις υπηρεσίες μου και στις δυνατότητές μου για αυτή τη χρονιά. Όταν ο ιδιοκτήτης που έχει όλη τη δύναμη, λέει κάτι τέτοιο, αποκτάς μεγάλο κίνητρο. Έτσι, έκανα τα πάντα για να επιστρέψω».

Η φετινή χρονιά είχε πολλά σκαμπανεβάσματα. Τι δεν πήγε καλά και ήρθαν αρκετά αρνητικά αποτελέσματα;

«Τους πρώτους τρεις μήνες είχα τραυματισμούς. Μετά ακολούθησαν και άλλοι παίκτες με προβλήματα όπως ο Κουρμπέλης, ο Σαβιέρ, ο Βέλεθ και ο Μαουρίτσιο. Δεν είχαμε όλη την ομάδα συμπληρωμένη. Νομίζω πως το μόνο ματς στο οποίο ήμασταν πλήρεις ήταν αυτό κόντρα στην ΑΕΚ».

Τη δική σου παρουσία πως θα την έκρινες;

«Όπως είπα πριν τους πρώτους τρεις μήνες ήμουν τραυματίας. Στη συνέχεια έγινα καλά και έφτασα σε ψηλό επίπεδο. Μετά όμως νόσησα από κορωνοϊό. Έκανα «κοιλιά» εξαιτίας της ασθένειας και των προβλημάτων που προέκυψαν από αυτήν».

Να σταθούμε λίγο σε αυτό το σημείο. Πολλοί πιστεύουν πως οι ποδοσφαιριστές επειδή είναι ισχυροί οργανισμοί δεν επηρεάζονται από τον κορωνοϊό. Εσύ πως το βίωσες αυτό;

«Ο κορωνοϊός τον παίκτη τον επηρεάζει πάρα πολύ. Στην Αργεντινή είχα αρκετούς φίλους που υπέφεραν από αυτή την ασθένεια. Αυτό που μου είπαν είναι ότι όταν βγαίνεις από τον ιό, το μυαλό δεν σχετίζεται με το υπόλοιπο σώμα. Εγώ δεν τους πίστευα και έλεγα ότι επειδή προσέχω τον εαυτό μου και προπονούμαι, δεν θα έχω προβλήματα. Όταν επέστρεψα στις προπονήσεις τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Το μυαλό δεν συνδέεται με τα πόδια. Θέλεις να κάνεις μία πάσα δέκα μέτρων και αντί αυτού σου βγαίνει μία πάσα πέντε μέτρων. Δεν έχεις δύναμη για τους αγώνες, δεν αντέχεις τον χρόνο του τρεξίματος που απαιτείται. Αισθάνεσαι ότι το σώμα σου βάζει το ίδιο φρένο. Αν προσπαθήσεις να κάνεις το παραπάνω, νιώθεις ότι το σώμα σου θα σπάσει. Αυτά τα προβλήματα αντιμετώπισα εγώ κατά τη διάρκεια των παιχνιδιών. Θέλω να αποκαλύψω ότι ο κόσμος στην Ελλάδα δεν ξέρει όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Ο Αργεντινός, βέβαια, είναι ακόμα χειρότερος γιατί μόνο απαιτεί. Δεν ξέρει όμως ο κόσμος τα προβλήματα που αντιμετώπισα».

Ποια είναι η θέση που προτιμάς να αγωνίζεσαι;

«Στα αριστερά! Από εκεί μπορώ να έχω όλο τον αγωνιστικό χώρο στο πιάτο. Μου αρέσει, επίσης, να παίζω ως δεκάρι. Αλλά εκεί είναι πιο δύσκολα γιατί στο ελληνικό πρωτάθλημα πολλές ομάδες συγκεντρώνουν πολλούς παίκτες. Έτσι, έχεις πολλούς αντιπάλους μπροστά σου».

Ας περάσουμε σε κάτι διαφορετικό, κάτι εκτός ποδοσφαίρου. Τι είναι αυτό το Μάτε που κρατάτε όλοι οι Αργεντινοί και γιατί σας αρέσει τόσο πολύ;

«Είναι ένα παραδοσιακό ρόφημα της Αργεντινής το οποίο από μικρά παιδιά βλέπαμε τους παππούδες μας να κρατάνε και να πίνουνε. Πρέπει να σας πω ότι έχει βιταμίνες, βοηθάει την πέψη αλλά πάνω από όλα είναι κάτι το παραδοσιακό. Συναντιούνται μαζί οικογένεια και φίλοι μόνο για να μοιραστούν στιγμές πίνοντας Μάτε»

Έχεις κρατήσει κάτι από την Αργεντινή που να σου θυμίζει τη χώρα σου;

«Ναι, βεβαίως. Στα τέλη της εβδομάδας συναντιόμαστε με φίλους και κάνουμε ένα μπάρμπεκιου. Αυτό είναι κάτι το παραδοσιακό. Μοιραζόμαστε την ημέρα, μοιραζόμαστε τη στιγμή. Και όπως έλεγε και ο παππούς μου, αυτό είναι μια δικαιολογία, ένα πρόσχημα. Αυτό που στην ουσία κοιτάμε είναι να μοιραστούμε στιγμές με τους φίλους μας και να ανταλλάξουμε μαζί τους κάποια καλή στιγμή».

Τι σου έχει λείψει περισσότερο από την πατρίδα σου στα χρόνια που βρίσκεσαι μακριά από αυτήν;

«Αρχικά η οικογένεια. Οι παππούδες μου, οι φίλοι μου. Αυτοί είναι που δεν μπορούν να έρθουν και που περισσότερο μου λείπουν».

Μετά από όλα αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα, αισθάνεσαι κάπως «Έλληνας»;

«Πιστεύω ότι η καρδιά κάποιου ανήκει στο μέρος που αισθάνεται κομμάτι του. Είμαι συνολικά πέντε χρόνια στην Ελλάδα. Με υποδέχθηκαν πολύ όμορφα και μου έχουν συμπεριφερθεί πολύ ωραία εντός και εκτός ποδοσφαίρου. Στο ποδόσφαιρο γίνονται λάθη και δημιουργούνται δύσκολες καταστάσεις. Ο κόσμος, ωστόσο, πάντοτε μου συμπεριφέρθηκε πολύ καλά. Αυτό που έλεγα με τη σύζυγό μου χθες είναι ότι και άτομα από άλλες ομάδες με σταματούν στο δρόμο για να μου μιλήσουν. Αυτό με κάνει πολύ χαρούμε – νο. Όταν συμπεριφέρεσαι με σεβασμό στους ανθρώπους, αυτοί σε αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο».

Φανταζόσουν όταν ήρθες για πρώτη φορά στην Ελλάδα πως η πορεία σου θα έχει αυτή την εξέλιξη;

«Όπως αρκετοί γνωρίζουν, ο παππούς από την πλευρά της μητέρας μου ήταν Έλληνας. Έτσι, από την πρώτη στιγμή που ήρθα είχα την αίσθηση πως θα τα καταφέρω. Αισθανόμουν ότι τα πράγματα θα έβγαιναν καλά».

Είχες φτάσει πολύ κοντά στο να παίξεις στην Εθνική ομάδα. Συνεχίζει αυτό να αποτελεί επιθυμία σου;

«Ήδη πριν φύγω για να πάω στην Τουρκία είχαν προχωρήσει τα σχετικά έγγραφα για την ελληνική υπηκο – ότητα. Μετά σταμάτησαν οι διαδικασίες γιατί βρέθηκα εκτός Ελλάδος. Τώρα που γύρισα η διαδικασία προχωράει και πάλι. Έχουμε συγκεντρώσει όλα τα έγγραφα και θέλω να πιστεύω ότι μέσα στους επόμενους μήνες θα προχωρήσουμε».

Οπότε αισθάνεσαι έτοιμος να αγωνιστείς και με την Εθνική ομάδα εφόσον ο προπονητής σε επιλέξει;

«Προσωπικά είμαι έτοιμος. Θα ήταν ιδιαίτερη χαρά για εμένα. Όμως υπάρχει μια διαδικασία γραφειοκρατίας που πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί. Θα ήταν, πάντως, ιδιαίτερη χαρά και περηφάνεια για μένα και την οικογένειά μου να αποτελέσω μέλος της Εθνικής ομάδας της Ελλάδας».

Κλείνοντας με ποιες τρεις λέξεις θα περιέγραφες τον εαυτό σου;

«Ένας καλός φίλος»

ΠΗΓΗ: